Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Οι Μαϋτιανοί μαστόροι

                                                               ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

                                                                   ΠΑΛΙΑ ΜΑΫΤΟ

 Την τέχνη του sovici οι Μαϋτιανοί την κατέχουμε και την ασκούμε αιώνες τώρα. Την κουβαλάμε μέσα μας ως ιστορική μνήμη.
Από τις απαρχές του 19αι. που είναι οι πρώτες καταγραφές, ίσως και πολύ πολύ παλιότερα,  οι πρόγονοί μας ασκούσαν  την τέχνη του κτίστη-σοβατζή  σε όλα τα παράλια της Μικράς Ασίας, στη Σμύρνη και στην Πόλη.
  Μια φορά και έναν καιρό πριν δύο αιώνες λοιπόν, ήταν στην Πόλη και μεγαλουργούσαν τρία τέκνα της Μαδύτου που ήταν αρχιτέκτονες. Ο Χατζηανδρέας και οι αδερφοί Γαϊτανάκη με πρώτο και καλύτερο τον Χατζηστεφανή Γαϊτανάκη. Η δουλειά τους, τους είχε κάνει διάσημους και περιζήτητους εκείνη την εποχή. Αναλάμβαναν πολλά και μεγάλα έργα και έβαζαν την σφραγίδα τους στην ανοικοδόμηση της Πόλης, η οποία έμπαινε με γρήγορους ρυθμούς στον 19ο αιώνα. 
 Φυσικά σε όλα τα έργα τους χρησιμοποιούσαν τους Μαϋτιανούς μαστόρους και τις κομπανίες τους που έφερναν από τη Μάυτο.
Η φήμη όλης αυτής της δουλειάς έφτασε μέχρι το Σεράι και τα αυτιά του Σουλτάν-Μεζήτ. Το 1840 περίπου, ο Χατζηστεφανής Γαϊτανάκης προφανώς με την ανάλογη διαπλοκή, με μπαξίσια και με ρεγάλα,  χρίστηκε αυτοκρατορικός αρχιτέκτονας και αναλάμβανε πλέον να περατώσει όλα τα δημόσια έργα του Οθωμανικού κράτους στην Πόλη και στην περιφέρεια της.  
 Σχολές, γέφυρες, λιμάνια δρόμοι, νοσοκομεία και κατοικίες ήταν τα έργα που έβαζαν την τέχνη τους και οικοδομούσαν οι μαστόροι της Μάυτος. Κάποια στιγμή το ισνάφι τους είχε γραμμένους χίλιους νοματαίους. Παραγιοί και καλφάδες, μεμονωμένοι ή οργανωμένοι  σε κομπανίες. Κτίστες,σοβατζήδες, ξυλουργοί.
Οι λεγόμενες κομπανίες ήταν μπουλούκια, συνεργεία δηλαδή, απαρτιζόμενα από παραγιούς, μαστόρους και καλφάδες, οργανωμένες στην κατ αρχήν ισότητα. Το έργο και την συμφωνία την διαπραγματεύονταν ο Κάλφας. Τα χρήματα της αμοιβής έβγαιναν σε ίσα μερίδια για όλη την κομπανία. Όμως  μερίδιο έβγαινε για τα ζώα που συμμετείχαν στο έργο, δηλαδή στον ιδιοκτήτη τους και μερίδιο για τα εργαλεία. Οπότε στην ουσία αυτοί που έβαζαν το κεφάλαιο  και τα μέσα για την αποπεράτωση του έργου, έπαιρναν περισσότερα από το βασικό μοιράδι που τους αναλογούσε. 
 Τότε ακόμα δεν είχε επικρατήσει ως αυτοσκοπός το υπερκέρδος και η μεγιστοποίηση του. Αυτή ήταν μια αρχή που χαρακτήριζε όλες τις οικοδομικές κομπανίες που ξεκινούσαν από τα Μαστοροχώρια, το Ζαγόρι, την Αιανή ή από οπουδήποτε στα Βαλκάνια για να τα οικοδομήσουν. Συναδελφικότητα  και αλληλεγγύη μιας βαριάς δουλειάς, που ίσως να ήταν ο πρόδρομος σπόρος του δυνατού συνδικαλιστικού κινήματος που αναπτύχθηκε τον 20ο αιώνα. 
 Η φήμη της δουλειάς τους ήταν μεγάλη και όλοι ήταν περιζήτητοι. Τα πιο περίτεχνα και μεγάλα έργα τα έφτιαχναν Μαϋτιανοί μαστόροι
 Η πιάτσα τους ήταν στη Βλάγκα στο σημερινό Yenikapi, το παλιό Βυζαντινό Θεοδοσιανό λιμάνι που ανακάλυψε η εκσκαφή για την είσοδο του υποθαλάσσιου τούνελ του Βοσπόρου. Εκεί έμεναν και σύχναζαν στο ισνάφ καφεσί τους. Ήταν τόσο μεγάλη η  Μαϋτιανή παροικία εκεί, που έφτασε κάποια στιγμή να ελέγχει και τα κοινά της περιοχής. Εκεί έχτισαν με προσωπική δουλειά την "Λέσχη των Μαδυτίων", που στέγαζε τα γραφεία του πατριωτικού σωματείου ο "Ελλήσποντος".
Εκεί λοιπόν, στο ισνάφ καφεσί τους έφτανε και από κει ξεκινούσε η αλληλογραφία με την Μάδυτο που την διεκπεραίωναν οι αμανετσήδες.
Γράμματα, χρήματα και δέματα πηγαινοέρχονταν σε καθημερινή βάση.
Όλοι αυτοί λοιπόν οι οικοδόμοι, ξεκινούσαν από τη Μάδυτο αμέσως μετά τις απόκριες και επέστρεφαν λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Κάποιοι γύριζαν για λίγο και στο μεγάλο πανηγύρι του χωριού στα εννιάμερα της Παναγίας. Να δουν λίγο τα αμπέλια και τις οικογένειες, να δώσουν λόγο, να αρραβωνιαστούν, να παντρευτούν.
Υπολογίζεται ότι στην Μάδυτο έφταναν περίπου 400-500 χρυσές λίρες το μήνα από τον κόπο των μαστόρων και γι΄αυτό η μεγάλη ευημερία της σε σχέση με τις γειτονικές πόλεις.
 Εκτός από την Πόλη όμως οι μαστόροι σκορπίζονταν και σε άλλα μέρη. Στα Δαρδανέλια κάθε μέρα τα "Μαστόρικα" καΐκια ξεφόρτωναν κάθε πρωί τη μαστοράντζα που αμολιόταν να χτίσει την πόλη, όπως αργότερα τα εργατικά λεωφορεία. Άλλοι δούλευαν στην Σμύρνη. Ο παππούς μου ο Χαλιάλιος έλεγε ότι η Σμύρνη μπορεί να αγοράσει την Πόλη δυο φορές! Τόσο πλούτο είχε!
Στην Ι.Μ. Ξηροποτάμου στο Άγιο Όρος, πάνω από την είσοδο της Τράπεζας που είναι από τα παλιότερα κτήρια της μονής, έχει ανάγλυφη επιγραφή που λέει ότι το παρόν κτήριο το έχτισαν Μαδυτινοί μαστόροι. Οι περίεργοι καλογέροι της συγκεκριμένης μονής όμως δεν με άφησαν να την φωτογραφίσω. Και φαντάζομαι σε πλείστα άλλα σημεία των Βαλκανίων θα υπάρχουν έργα φτιαγμένα από τα χέρια των παππούδων μας  και ίσως τέτοιου είδους επιγραφές.
   Ταξιδεμένοι άνθρωποι και κοσμοπολίτες μέσω της δουλειάς τους. Μαζί με την τέχνη τους μας κληρονόμησαν κι αυτό. Την μετακίνηση για να ασκήσουμε την τέχνη μας, είτε σε κοντινές ημερήσιες αποστάσεις είτε στην ξενιτιά, εσωτερική και εξωτερική. Και που δεν έχει πατήσει το ποδάρι του ο Μαϋτιανός σοβατζής μέσα στην Ελλάδα!
Μετά τον ξεριζωμό και την ανταλλαγή του εικοσιδύο, πολλοί απ΄αυτούς τους μαστόρους έμειναν στη Βλάγκα αφού οι Χριστιανοί της Πόλης και οι Μωαμεθανοί της Δ. Θράκης εξαιρέθηκαν της ανταλλαγής και έτσι συνέχισαν εκεί το έργο τους.
Αυτοί που έμειναν εκεί συνέχιζαν να ανοικοδομούν για την νέα Τουρκία. Το 1923 και φυσικά λόγω ανυπαρξίας Τούρκων μαστόρων,  κάποιοι απ΄αυτούς τους Μαϋτιανούς, κλήθηκαν να χτίσουν το πρώτο κτήριο στη νέα πρωτεύουσα του Τούρκικου κράτους την Άγκυρα, το κτήριο της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης. Μετέβησαν εκεί υπό την εγγύηση της Κεμαλικής Τούρκικης κυβέρνησης και υπό την προστασία του Έλληνα πρέσβη.

Μαδυτιανοί λοιπόν έχτισαν την Βουλή του Τούρκικου κράτους!


 






ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...










  
συνέχεια »

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2019

Άλλοι φιλάνε οροθετικούς κι άλλοι τους κλωτσάνε...

Ο Φερνάντο Αγιούτι έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο εχθές 9/1/2019. Γι' αυτούς που θα βαρεθούν να διαβάσουν τον βίο και την πολιτεία του, να σας πω εν ολίγοις πως εκτός από τις επιτυχίες του στην έρευνα, κυρίως των λοιμώξεων και ειδικά του AIDS, ο επιστήμονας με το χαρακτηριστικό επώνυμο (στα ιταλικά ''aiuti'' σημαίνει ''βοηθάς'') έγινε πασίγνωστος όταν το μακρινό '91, φίλησε στο στόμα μια 25χρονη Ιταλίδα οροθετική, δείχνοντας στην, διστακτική εώς άκρως ρατσιστική τότε ανθρωπότητα, πως οι άνθρωποι με την νόσο δεν είναι για την  Σπιναλόνγκα. Μπορούν να ζήσουν αρκετά φυσιολογικά, μπορούν να αγγίξουν, να πάνε στον οδοντίατρο, να φιληθούν, να συναναστραφούν με κόσμο. Ο εξαίρετος λοιμωξιολόγος έζησε μια ζωή αφιερωμένη στην επιστήμη και στον συνάνθρωπο κι ευτύχησε να βλέπει ανθρώπους με τη νόσο, μα και την ίδια την κοπέλλα που φίλησε (52χρονη πιά), να ζούνε πολλά πολλά χρόνια. Με λίγα λόγια είδε το AIDS που κυριολεκτικά ''θέριζε'' κόσμο, να γίνεται μια χρόνια ασθένεια, τουλάχιστον για τον πολιτισμένο κόσμο.
  Δεν ξέρω αν ο Dottore πέρασε στην απέναντι όχθη, ηθελημένα ή όχι. Στα 83 του, με περίπου 20 ημέρες μακριά από τα εργαστήρια και το νοσοκομείο του, κανείς δεν ξέρει αν ο θάνατός του οφείλεται σε ατύχημα ή αυτοκτονία. Και οι δυο εκδοχές πιθανές, μα ίσως δεν έχει και μεγάλη σημασία. Το πέρασμά του απ' τη Γη, έτσι ή αλλιώς ήταν σπουδαίο.
  Δεν ξέρω επίσης, πότε θ' αρχίσει τα ραντεβού του στον Άλλο Κόσμο και ποιους θα δει. Ποιους συναδέλφους και ποιους ασθενείς. Τον Φλέμμινγκ ίσως με την πενικιλίνη του, τον Παστέρ με τα εμβόλιά του, τον Ερρίκο Ντυνάν με τον σπουδαίο Ερυθρό Σταυρό του ή θα το πάει παλιότερα και θα βρει τον Ιπποκράτη και τον Γαληνό. Άγνωστο. Άγνωστο κι ενδιαφέρον. Πόσα θα πούνε απλά και καθημερινά μα κι άλλα ακαταλαβίστικα, μα σημαντικά. Ίσως να βρει τον Ροκ Χάτσον, τον πρώτο επώνυμο που έφυγε στιγματισμένος, να τα πούνε λιγάκι για το πόσο εύκολα ο κόσμος ξεχνάει και περιθωριοποιεί. Πόσο εύκολα απομακρύνεται, κοιτώντας την δουλίτσα του.
  Δεν υπάρχει περίπτωση φυσικά, ένας τέτοιος γιατρός να μην δει τον τεράστιο, από κάθε άποψη Φρέντυ Μέρκιουρι. Να μην του μιλήσει με τις ώρες, να μην τον φιλήσει φιλικά, να μην του πει πόσο άτυχος ήτανε που του 'ρθε το μικρόβιο νωρίς και δεν μας έγραψε καμιά κατοσταριά τραγούδια ακόμη για να γουστάρουμε.
  Είμαι σίγουρος πως ο Dottore θα μιλάει με τις ώρες με τον κάθε ασθενή, τον κάθε ανώνυμο ή επώνυμο, που άφησε τα εγκόσμια νωρίς και άδοξα, για ν' ακούσει ιστορίες απ' τον καθένα με δάκρυ και πόνο, ιστορίες γεμάτες απόγνωση και ενοχή. Ιστορίες με βλέμματα δικών και ξένων, πνιγμένα στην άγνοια και στον φόβο.
   Εδώ άλλαξε δραματικά τη πορεία της νόσου, αλλά και της ποιότητας ζωής των ασθενών ο γιατρός Φερνάντο. Μ' εκείνο το απίθανο φιλί του διέλυσε τον αναίτιο φόβο και την ντροπή. Εκεί θα συνεχίσει ν' αναζητά και να επουλώνει πληγές . Νομίζω πως θα βρει και τον Ζακ. Δεν ξέρω αν θα 'ναι ντυμένος  "χλωμή βασίλισσα " ή "αλλιώτικο παιδάκι ". Δεν έχει σημασία νομίζω.  Ίσως ν' ακούσουνε παρέα τον Παυλίδη και το υπέροχο τραγούδι του, που βρίσκεται στην κορυφή της ανάρτησης. Ίσως να πούνε κι άλλα ,παρά το χάσμα γενεών που τους χωρίζει, μα σίγουρα θα συμφωνήσουν πως σ' όποιο σημείο της Ζωής κι αν περπατάς , έχεις ανάγκη να σε φιλάνε κι όχι να κλωτσάνε...
συνέχεια »

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

Με έναν τόσο δα λοστό να σπάζουμε τζαμάκια...

   Δεν νευριάζω εύκολα. Θες τα χρόνια που περνάνε, θες η εμπειρία της ζωής, θες το ότι παίρνεις χαμπάρι πως δεν αλλάζει τίποτε, όλα μαζί και το καθένα χωριστά, συντελεί στο να νευριάζω λιγότερο και με ελάχιστα πράγματα. Ακόμη και με την τσιριχτή, ανόητη φωνή του Αδώνιδος, δεν νευριάζω. Απορώ που τον βλέπω παντού, απορώ που κάποιοι, αρκετοί ίσως, τον παίρνουν στα σοβαρά και τον υπολογίζουν, μα δεν τον αφήνω να περάσει στα ενδότερα του εγκεφάλου μου και να με επηρεάσει. Ίσα που χαμογελάω με πίκρα για την κατάντια μας που και που...
   Με εξόργισε στ΄αλήθεια, κι όχι απλά με νευρίασε, το γεγονός που γέμισε τα sites, με τον πατέρα και τον ανάπηρο γιό του, που επί 45 λεπτά περίμενε στη ράμπα, έναν Νεοέλληνα μαλάκα να πάρει το αυτοκίνητό του και να ανοίξει τη διάβαση. Διάβασα το γεγονός, διάβασα και τα εκατοντάδες σχόλια εδώ κι εκεί, που μιλούσαν για παιδεία, ωριμότητα, σεβασμό, πολιτισμό, αστυνόμευση. Μπήκα στον πειρασμό να γράψω την ιδέα μου. Κάποιοι γελάσανε, κάποιο με ψιλοκράξανε, κάποιοι χειροκροτήσανε θερμά.
  Κατ' αρχάς πριν πάρω φόρα κι αναλύσω την ιδέα μου, να σας επισημάνω πως πιστεύω ακράδαντα στο μάθημα της οδικής συμπεριφοράς. Είναι αναγκαιότατο, είναι δείγμα πολιτισμού και συμβάλλει στο να εξελιχθούμε ως κοινωνία, περισσότερο απ¨όσο συμβάλλλουν τα Αρχαία και τα Μαθηματικά. Πιθανότατα, σώζει και ζωές. Μας χρειάζεται απαραίτητα για να ξεφύγουμε επιτέλους από την εποχή των Παγετώνων που βρισκόμαστε ως άτομα και ως χώρα, σ΄αυτόν τον τομέα. Δεν θα κάνω παραπάνω τον Ιαβέρη, τον ακούσαμε, τον γνωρίζουμε και μακάρι να ακολουθούμε και τις συμβουλές του.
  Μεγάλη η παρένθεση, αν και όχι άσχετη, αλλά γυρίζω στον ανάπηρο, την ράμπα και την ιδέα μου.
Λοιπόν ο πατέρας της ιστορίας και αυτός που έσπρωχνε το αμαξίδιο μπήκε στην διαδικασία, και μπράβο του, να μείνει εκεί και να περιμένει τον μαλάκα να γυρίσει, ενω θα μπορούσε με την βοήθεια των περίπου 20 ατόμων που μαζεύτηκαν, να βρει διέξοδο και να συνεχίσει τον Γολγοθά του μέχρι τον επόμενο μαλάκα, που βιαστικός θα παρατήσει το κολοάμαξό του στην επόμενη ράμπα.
  Η Αστυνομία εκλήθη αλλά δεν εμφανίσθη μετά από 45 λεπτά, όπως ήταν φυσικό, δικαιολογημένα ή όχι. Κανείς δεν ξέρει φυσικά το αν η Αστυνομία έβρισκε γερανό και αν αυτός ερχόταν εγκαίρως, κανείς δεν ξέρει επίσης για το αν η κλήση που θα επιβάλλονταν θα πληρωνόταν κιόλας και εάν η στέρηση πινακίδων ή διπλώματος θα ήταν πραγματική ή αντικείμενο ρουσφετιού κάποιου πολιτικού γραφείου. Κι ας πούμε πως όλα λειτουργούσαν όπως πρέπει, στη επόμενη ράμπα? Ξάνα τηλέφωνα, αστυνομίες, γερανοί, 45λεπτα κ.λ.π., κ.λ.π. Όσο για τα αποτελέσματα μιας συντονισμένης προσπάθειας απ΄τον πυλώνα της παιδείας, θα είχαμε σαφώς αποτελέσματα σε μια ή δυο γενιές, σε 25 ή 50 χρόνια δηλαδή, όταν ο καημένος πατέρας-κινητήριος δύναμη του αμαξιδίου θα βρισκότανε σε κάποιο ΚΑΠΗ ή στο Β' Νεκροταφείο και ο ανάπηρος γιος σε κάποια ψυχιατρική κλινική, να προσπαθεί να διαχειριστεί της ζωής του τα αδιαχείριστα.
   Προτείνω λοιπόν τόσο για τα αναπηρικά αμαξίδια, αλλά και για τα παιδικά    καρότσια με τις ταλαίπωρες μαμάδες να υπάρχει ως αναγκαίο αξεσουάρ ένα μικρό λοστουδάκι με αιχμηρή άκρη. Σε κάθε σταματημένο αυτοκίνητο σε διάβαση, ράμπα ή θέση στάθμευσης αναπήρου (χωρίς την ειδική κάρτα στην περίπτωση της θέσης στάθμευσης) να έχει το δικαίωμα ο θιγόμενος να σπάζει κι ένα τζαμάκι ή παρμπριζάκι του οχήματος που ενοχλεί. Η παραπάνω πράξη να μην εμπίπτει στην περίπτωση της αυτοδικίας και κανείς να μην καταδικάζεται ακόμη και αν γίνει αντιληπτός. Η εξαίρεση της παραπάνω πράξης από την περίπτωση της αυτοδικίας να διαρκέσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα π.χ. 5 μήνες ή 5 χρόνια ή 50 χρόνια. Μέχρι να σταματήσουμε να είμαστε ανόητοι, μισάνθρωποι, μαλάκες. Σε 10 ημέρες τα αποτελέσματα που θα 'χει ένα τέτοιο μέτρο θα είναι εξαιρετικά. Κανείς δεν θα θέλει να τρέχει σε συνεργεία να αλλάζει τζάμια, που οι ασφαλιστικές δεν θα αποζημιώνουν, εάν η θραύση θα έχει αυτά τα χαρακτηρίστικά.
   Ίσως να φαίνεται αστείο όλο αυτό, ίσως και λίγο επικίνδυνο. Ίσως πάλι φαίνεται να ταιριάζει σε άλλες εποχές και Πολιτείες, μα εγώ δεν πείθομαι καθόλου πως μπορούν ν' αλλάξουν τα πράγματα με άλλο τρόπο. Δυστυχώς.

συνέχεια »

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2018

Μαουτχάουζεν, άλλη μια φορά.

   Τρεις φορές σε 5 χρόνια, μ' έχει φέρει ο δρόμος στο Μαουτχάουζεν. Τρεις φορές να βλέπω τα ίδια και τα ίδια. Τρεις φορές να νιώθω τα ίδια και τα ίδια. Θλίψη, πόνος, οργή κι άλλα πολλά συναισθήματα συγκεχυμένα κι απρόβλεπτα. Πριν γράψω τις αράδες μου, σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Να πάτε μαζί με τα παιδιά σας (αν έχετε) και με το μυαλό σας ανοιχτό διάπλατα για να ζήσετε αυτήν την εμπειρία. Στο Μαουτχάουζεν, στο Νταχάου, στο Άουσβιτς ή όπου βολέψει. Το χρωστάμε σ' αυτούς που χάθηκαν, το χρωστάμε στην Ιστορία.
  Ούτε περιγραφή χρειάζεται, ούτε εξιστόρηση των γεγονότων του στρατόπεδου συγκέντρωσης. Αν γκουγκλάρετε, εξάλλου, στο Βικιπαίδεια τα λέει όλα σύντομα και περιεκτικά, αν έχετε ακόμη ακόμη την όρεξη να διαβάσετε το ομώνυμο βιβλίο του Καμπανέλλη τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο φωτεινά.
   Δυο αράδες θα γράψω εγώ για τα πρωτόγνωρα που σου 'ρχονται σαν κόμπος στο λαιμό αντικρύζοντας τα κρεματόρια. Τις ντουζιέρες και τους φούρνους. Τις αίθουσες και τον προαύλιο χώρο. Τα τείχη και τον μουντό ουρανό. Δεν ξέρω γιατί, μα ο ουρανός νομίζω πως εκεί είναι πάντα μουντός κι έτσι θα μείνει εις τους αιώνας των αιώνων, μη μπορώντας να ξεχάσει αυτά που είδε. Είναι στ' αλήθεια ξεχωριστά αηδιαστικό το να βλέπεις τους φούρνους που καιγόνταν άνθρωποι (όταν είχαν πια γεμίσει τα γύρω νεκροταφεία) να μοιάζουν τόσο με τους ξυλόφουρνους της πίτσας. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό να βλέπεις τις πλάκες με τα χιλιάδες χαραγμένα ονόματα. Ονόματα ανθρώπων, ξεχωριστές οντότητες που μεταμορφώθηκαν σε αριθμό, στην αρχή σε κάποια φόρμα κρατουμένου και μετά σε κάποια βιβλία νεκρών (να που οι νεκροί έχουν ονόματα!!!). Δεν μπορείς να ψελλίσεις μια κουβέντα, όταν βλέπεις τον τοίχο ακόμη λεκιασμένο απ' τα αίματα των εκτελεσμένων με πιστόλι στον κρόταφο, στο Δωμάτιο Εκτελέσεων. Πώς μπορείς αδιάφορα να δεις τους χώρους που στοιβάζονταν όλοι μαζί -ανθρώπινα κουρέλια- άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κάθε φυλής. Πώς μπορείς να μην σκεφτείς πως τα κορίτσια του Μαουτχάουζεν και του Μπέλσεν μέχρι πριν φτάσουν εκεί, ζούσαν την καθημερινότητα. Είχαν φίλους, φίλες, αγόρι, αδέρφια, γονείς. Πιθανώς να δούλευαν ή να πήγαιναν σχολείο. Μπορεί να ετοιμαζότανε για κάποιο εφηβικό πάρτυ ή για μια εκδρομή. Ποιος ξέρει...
  Αρκεί μια στιγμή παύσης του audio guide και τους φαντάζεσαι να περιφέρονται στην αυλή ή στους θαλάμους άσαρκοι, με μάτια βαθουλωμένα, ζωντανοί νεκροί. Γιατί??? Επειδή ήταν Εβραίοι, ομοφυλόφιλοι, τσιγγάνοι, αντιφρονούντες και δεν ξέρω τι άλλο. Ακόμη και σ' αυτούς τους αιχμαλώτους πολέμου δεν αξίζει τέτοια τύχη. Σε κανέναν δεν αξίζει τέτοια τύχη. Ούτε καν σ' αυτούς που διέπρατταν όλα αυτά τα απίστευτα εγκλήματα. Σ' αυτούς που πήραν, σύμφωνα με την προσωπική μου άποψη, τον τίτλο των Χειρότερων Ανθρώπων που γνώρισε ο Πλανήτης. Ίσως σε κάποιες αφρικανικές ή ασιατικές χώρες να 'χουν συμβεί εξίσου στυγνές κι απάνθρωπες πράξεις και γεγονότα, όμως εδώ μιλάμε για το πιο πολιτισμένο σημείο του Πλανήτη. Μιλάμε για τη χώρα που ήταν για 200 περίπου χρόνια η φυσική συνέχεια του ελληνικού πνεύματος σε φιλοσοφία, τέχνη και επιστήμες, κι όμως βρέθηκε κάποιος μισότρελος να ξυπνήσει όλα τα ένστικτά τους περί  ανωτερώτητας της φυλής και Αριανισμού. Περί ανάγκης εξόντωσης των διαφορετικών και περί ''καθαρότητας''.




   Αυτές κι άλλες πολλές σκέψεις γυρνάνε στο κεφάλι μου κάθε φορά που ξανάρχομαι στο παγωμένο στρατόπεδο, Είκοσι σελίδες νομίζω πως γεμίζουν άνετα με μια παρουσία τριών ωρών στο Μαουτχάουζεν, μα ξέρω πως το πολύ διάβασμα κουράζει και θα το κλείσω εδώ παρακινώντας σας άλλη μια φορά να κάνετε αυτήν την επίσκεψη.
   Επίσκεψη που την κάνουν ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ και δωρεάν όλα τα σχολεία της Αυστρίας και της Γερμανίας. Επίσκεψη που θα υπενθυμίσει εμφατικά τι σημαίνουν ακόμη και στις μέρες μας οι σβάστικες στα μπράτσα, στις σημαίες και στους εγκεφάλους κάποιων.
   Κι όταν καταφέρετε αυτήν την επίσκεψη ή ακόμη και πριν, κάντε τον κόπο να διαβάσετε το κείμενο του, ''δεξιού'' και πολυαγαπημένου Μάνου Χατζηδάκη, που είναι για μένα ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί για τον νεοναζισμό, τον ρατσισμό και τον φασισμό. Γιατί απλά εδώ δεν υπάρχουν κόμματα και παρατάξεις. Υπάρχουν άνθρωποι και μισάνθρωποι.
ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ!!!




ομοφυλόφιλοι
συνέχεια »

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018

Τις Κυριακές...

    Φεύγω κι επιστρέφω στο blog του Maditianos, αμήχανα, δειλά και μουδιασμένα.
Κάθε φορά που διανύω μια περίοδο ''ξηρασίας'' μου μοιάζει τόσο δύσκολο΄και τόσο μακρινό το να γράψω δύο αράδες, έτσι που πιστεύω από τα βάθη της ψυχής μου, πως η σεμνή τελετή έλαβε τέλος. Τι είναι αυτό που με ξαναφέρνει στο πληκτρολόγιο, τολμώντας να ''εκτεθώ'' και πάλι, ούτε που το 'χω καταλάβει. Ας το πούμε, ο δολοφόνος που γυρνάει στον τόπο του εγκλήματος ή το σκάλισμα της στάχτης μήπως ξανάβρω ''φωτιά''. Όποιο απ' αυτά κι αν είναι προχωράμε...
   Προχωράμε κι ακουμπάμε θύμησες απ' το παρελθόν μα και στιγμές απ' το παρόν, που αφορούν στις πιο ''περίεργες'', τις πιο διαφορετικές, τις πιο χαρούμενες και συνάμα τις πιο μελαγχολικές ημέρες της εβδομάδας μας, που αφορούν με δύο λέξεις, τις Κυριακές μας.
   Η αφορμή δόθηκε κάποια στιγμή στην κάψα του καλοκαιριού, όταν σε μια ανάρτηση στο facebook ακολούθησε διάλογος με εναλασσόμενες ατάκες, μεταξύ Μαδύτου-Θεσσαλονίκης-Μυκόνου και Κύπρου. Μου 'μεινε απωθημένο από τότε, λοιπόν, μόλις βρω χρόνο να βάλω σε μια σειρά τις Κυριακάτικες αναμνήσεις μας.
  Τις Κυριακές των παιδικών μας χρόνων, κάπου στα '70s με τα εξαήμερα σχολεία και τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό. Τις Κυριακές που ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός γινότανε απίστευτος ανταγωνισμός για το ποιος θα φτάσει πρώτος στα ενδότερα της εκκλησίας του Ιωάννη του Προδρόμου, για να πάρει τον Σταυρό ή το Εξαπτέρυγο, μαζί με το ''χρίσμα'' απ΄τον σχωρεμένο τον παπά-Γιώργη, για να πει το ''Πάτερ ημών'' ή το ''Πιστεύω''. Η απόλυτη επιτυχία της ημέρας ήτανε όταν έπαιρνες Σταυρό κι έλεγες σόλο το ''Πιστεύω''. Ήτανε σαν να ήσουνα το ''10'' και αρχηγός, για να χρησιμοποιήσω ποδοσφαιρική ορολογία.
  Η Κυριακή, στα παιδικά μας χρόνια, είχε παιχνίδι, οικογενειακό τραπέζι, αναμετάδοση των αγώνων, απ' το τρανζιστοράκι του μπαμπά και λίγο διάβασμα-αγγαρεία για την επομένη. Να σημειώσω πως η ιεροτελεστία της αγωνιστικής της Α΄ Εθνικής ξεκινούσε 3 παρά τέταρτο τον Χειμώνα και 4 την Άνοιξη και όλα τα ματς γίνοταν ταυτόχρονα. Ήξερες τι σου γινότανε βρε αδερφέ!!! Όχι το σημερινό ''ξεχείλωμα''. Κάποιες Κυριακές, όταν οι συνθήκες ευνοούσαν, είχαμε Καυτανζόγλειο (Τούμπα ή Χαριλάου για κάποιους άλλους) κι όταν παραμέναμε ''εντος των τειχών'' είχαμε Ελλησποντάρα στο κατηφορικό, μισοχορταριασμένο και προβατοκουρεμένο παλιό μας γήπεδο.
  Τα βράδια το σιωπητήριο είχε ήχο ''Αθλητικής Κυριακής'', γύρω στις 10 παρά κάτι, με το γνωστό νταν νταν νταν νταν, που κάθε αντράκι που σέβεται τον εαυτό του, έχει πάντα μέσα στ' αυτί του. Είχε το κύρος του Γιάννη Διακογιάννη, το ελαφρύ ξενέρωμα του Βαγγέλη Φουντουκίδη και όλων αυτών που ακολούθησαν τον ''καθηγητή''. Η τηλεόραση έσβηνε με εντολή των γονιών, ασπρόμαυρη γαρ, υπό τον φόβο να ξεχαστεί ανοιχτή, να καεί και να διαχύσει στην ατμόσφαιρα ένα περίεργο δηλητήριο που θα έστελνε στον άλλο κόσμο τους πάντες στο δωμάτιο, στο σπίτι, στη γειτονιά και στην περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, φαντάζομαι. Το κατά πόσο οι φόβοι αυτοί είχανε πραγματική βάση, δεν το ξέρω και θα 'θελα κάποιος με επιστημονική γνώση να με διαφωτίσει. Πάντως η Κυριακή μετά το τέλος των αθλητικών είχε ''τζούρα'' από κατάθλιψη. Ευχόσουν απλά να σε πάρει ο ύπνος γρήγορα, πράγμα που δεν συνέβαινε πάντα.
  Τα χρόνια περνάνε και οι Κυριακές γεμίζουν με Ελλήσποντο, μέσα στο τερέν αυτήν την φορά. Συνήθως μεσημβρινοί οι αγώνες, γεμάτοι τρέξιμο, αγωνία, θεωρίες και τσακωμούς. Τα 'χανε όλα και γέμιζαν τη μέρα απ' το πρωί ως το βράδυ. Η ώρα έναρξης, εκείνο το περίφημο ''15.00 ο κόσμος να χαλάσει'' ήταν αιτία να χάσουμε μερικές από τις μαγικές ντρίπλες του Χατζηπαναγή, αλλά αυτά έχει η ζωή. Αργότερα οι ερασιτεχνικοί αγώνες άρχισαν να παίζονται και Σάββατο, για να μπορούμε άνετα να ξενυχτάμε το Σαββατόβραδο ή Κυριακή πρωί για να μπερδεύουμε την μπάλα με τις ''μπόμπες'' από το βράδυ του Σαββάτου. Έτσι ή αλλιώς το απόγευμα-βράδυ της τελευταίας ημέρας της εβδομάδας, μας έβρισκε να συζητάμε ατέλειωτα για το τι πήγε και το τι δεν πήγε καλά.
  Οι Κυριακές, με μπάλα ή χωρίς, είχαν ήδη αλλάξει. ΠΑΣΟΚ, πενθήμερο κι αέρας διαφορετικός. Το Σάββατο γίνεται το κέντρο της διασκέδασης. Η Κυριακή γίνεται περισσότερο παραμονή Δευτέρας, με όνειρα που ''ζουν ως το μεσημέρι'' που λέει κι ο αγαπημένος μου Αλκίνοος, στην αρχή της ανάρτησης.
  Τα πράγματα πάντως δεν είναι ίδια τα καλοκαίρια. Τα Σάββατα είχαν Marabou και Make Up κι εμείς είχαμε totally down την επομένη, βυθισμένοι στις απίστευτες πολυθρόνες της ''Αυγούστας'' ή του ''Φρόυντ'', να σχεδιάζουμε μπάνια στο Περοκέ και την Πρώτη Αμμουδιά της Ολυμπιάδας. Φραπέ με παγωτό ή φραπέ με γάλα, ήταν πάντα το γιατρικό του hangover της προηγούμενης νύχτας. Τουφεκιές κυνηγών, πάνω απ' τα κεφάλια μας περιέγραφαν το τι είχε συμβεί τα χαράματα στους γύρω λόφους κι εμείς δεν μπορούσαμε να βρουμε λογική εξήγηση στο πως ένας άνθρωπος μπορεί να ξυπνάει στις 6. Αργότερα το καταλάβαμε. Καταστάσεις θεότρελες.
  Οι Κυριακές, πάντως, καλοκαίρι ή χειμώνα, είχανε πάντα κι έναν ρόλο αναδρομής κι ανασυγκρότησης. Αναδρομή στο τι έγινε, ποιο ποτό ήταν αυτό που μας κατέστρεψε, γιατί το γκομενάκι μας το ΄φαγε ο απέναντι φλωράκος, γιατί το αμάξι έμεινε από βενζίνη κι άλλα τέτοια κοινά και τετριμμένα, αλλά και ανασυγκρότηση όσον αφορά τα λάθη που πρέπει να διορθωθούν, για να μην συζητάμε τα ίδια κάθε Κυριακή. Εννοείται πως δεν άλλαζε τίποτε, εννοείται πως τα πρωινα-μεσημέρια, είχαν τα ίδια θέματα συζήτησης.
  Τα χρόνια πέρασαν, οι παρέες άλλαξαν, οι άνθρωποι μεγάλωσαν και σκόρπισαν εδώ κι εκεί να ''κυνηγάνε'' τη Ζωή. Οι Κυριακές έχουν διαφορετικό ρόλο πια και οι Δευτέρες κάνουν πιο έντονη την σκιά τους μαζί με τις υποχρεώσεις. Η Σαλονίκη πάντως, όσο παλιά κι αν την θυμάμαι, την ''ξεγελάει'' την Κυριακάτικη κατάθλιψη ή τουλάχιστον, το προσπαθεί σοβαρά. Οι μουσικές και οι χαρτοπετσέτες στα Λαδάδικα, το πάλαι ποτε Interni, το Barbarella κι άλλα δεκάδες μπαρ που άναψαν κι έσβησαν στο πέρασμα του χρόνου, δώσανε και δίνουν ακόμη ξεχωριστό χρώμα στις Κυριακές. Τα κοριτσάκια από Δύση κι Ανατολή στολισμένα-υπερπαραγωγή, τα μαγκάκια-ορδές πολεμιστών για κατακτήσεις, αλλά και οι μεγαλύτερες ηλικίες σε όρια γάμου κι αποκατάστασης ή διαζυγίου, γκριζαρίσματος και botox, εξακολουθούν να ξεχύνονται στην περίφημη παραλία της πόλης και στα δεκάδες κέντρα της. Απ' το πρωί ως το βράδυ για να ''ξορκίσουν'' την κατάρα της Δευτέρας. Δεν την αντέχει την Δευτέρα ο Έλληνας μια φορά κι ο Σαλονικιός δέκα.
Περίεργη μέρα η Κυριακή, το ξαναλέω. Σ' όποια ηλικία και σ' όποια φάση ζωής κι αν βρίσκεσαι. Ξεχωριστή, ανέμελη μα και στοχαστική συνάμα. Χαρούμενη και λυπημένη μαζί. Ίσως η λέξη ''χαρμολύπη'', λέξη ελληνική που νομίζω πως δεν μεταφράζεται ακριβώς και μονολεκτικά σε καμιά γλώσα, να ανακαλύφθηκε για την Κυριακή. Της αξίζει νομίζω.



συνέχεια »

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

2008

2008. Δεκέμβριος.
Δύο  θρασύτατοι 16άχρονοι . Όπως πρέπει να είναι οι δεκαεξάχρονοι απέναντι στον κόσμο που βρίσκουν χτισμένο από κάτι ραμολιμέντα.
Μια πλατεία -καζάνι  που βράζει, αντίβαρο στην καθεστηκυία τάξη.
Οι δεκαεξάχρονοι βγάζουν την γλώσσα στην εξουσία.
Την εξουσία εκπροσωπούν δύο  ευέξαπτοι ράμπο .
Μια σφαίρα.
Ο μεγαλοδικηγόρος είπε ότι εξοστρακίτηκε.
Μια ζωή που δεν πρόλαβε να ανθίσει,  μαράθηκε και κόπηκε.
Σε λίγες ώρες χιλιάδες κόσμου,  συντεταγμένα, είναι στους δρόμους κάθε πόλης.
Τέτοια οργάνωση και εκτέλεση κινητοποιήσεων σε τόσο λίγο χρόνο, ούτε το ΚΚΕ την δεκαετία του '40 δεν μπορούσε να καταφέρει.
Πολλά ακούστηκαν.
Οι αλλοδαποί μπροστάρηδες που πιάσανε δεν μάθαμε ποτέ τι απέγιναν.
Ο ένας ράμπο ελεύθερος από την πρώτη στιγμή σχεδόν
Ο άλλος σε λίγο.
Η ζωή που κόπηκε, πάει.
Η άλλη σέρνεται στις φυλακές με πρησμένο το πρόσωπο από φωτο-σόπια για να μάθει.
Να μάθει να μην βγάζει τη γλώσσα.
Να μάθεις κι εσύ να φοβάσαι.

                                            Κουκ




συνέχεια »

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Γύρω από τις φωτιές στα γιαπιά

Νομίζω ότι οι χειμώνες παλιότερα ήταν πιο ψυχροί ή τουλάχιστον έτσι μας φαίνονταν ως πιτσιρίκια, μαθητευόμενοι μάγοι τότε στο γιαπί .Αυτές οι κρύες μέρες ήταν πάντα πολύ δύσκολες.
Πάντα είχαμε την κρυφή ελπίδα ότι θα αποφασίσουν  οι παλιομαστόροι να μην  δουλέψουμε και έτσι θα μπορούσαμε να κάνουμε τα δικά μας.
Όμως αυτοί είχανε άλλη λογική. Είχαν να ταΐσουν οικογένειες. Εμείς μόνο τα κορμιά μας. Άπαξ και έβγαιναν από το σπίτι να πάνε στην οικοδομή, έπρεπε να δουλέψουν ο κόσμος να χαλάσει.
Μια φορά, στα μακρινά '80 ,  έναν παγωμένο Δεκέμβρη δουλεύαμε στο ύψωμα της Νέας Ελβετίας. Φτάνουμε 6.20 στο γιαπί με μια ξεροπαγωνιά που σου έκοβε την ανάσα.
Περνάμε από τα βαρέλια με την γνωστή κίνηση-δοκιμή με το χέρι για την κατάσταση του νερού. Πάγος χοντρός και συμπαγής. Εντάξει λέω μάλλον θα φύγουμε. Δοκιμάζουμε την βρύση, παγωμένη. Σίγουρα θα φύγουμε!
Για βάστα όμως.  Βλέπω ανάβουν φωτιά οι μπαρμπάδες. Εκείνη τη φωτιά με τις μπετατζιδικες χλάπες
που μόλις  αναβανε με τα καμένα λάδια που ήταν για την λίπανση της "μηχανής", άρχισζαν να σκάνε τα τσιμέντα που είχαν πάνω τους και να κάνουν τον τόσο γλυκό και μαυλιστικό εκείνον ήχο.
Εκεί γύρω από τη φωτιά στήθηκε το μεγάλο επιχειρησιακό συμβούλιο.
Χωρίς πολλά πολλά η απόφαση βγήκε.  Θα δουλέψουμε!
-Εντάξει μωρέ αστάρια έχουμε δεν τα πειράζει η παγωνιά .
Πήρε ο μάστορας μια φτυαριά κάρβουνα και τα έριξε στο βαρέλι. Ακόμα μια φτυαριά τα έβαλε κάτω από τη βρύση.
-Μέχρι να ξαλάξουμε θα έχουν ξεπαγώσει και τα  δύο. Ίσα ξαλάξτε
να ζεσταθούμε!
Μια άλλη φορά στις ανοιχτωσιές και στα ψηλώματα της Νέας Πολιτείας του Ευόσμου. Παγωνιά φαρμάκι. Τα λιμνάζοντα νερά στα  μπαλκόνια είχαν γίνει 10 πόντους πάγος.
Ίδια φωτιά, ίδιο συμβούλιο, ίδια απόφαση απλά άλλο σκεπτικό.
- Εντάξει μωρέ ψιλά έχουμε. Άμα είναι γερά τα αστάρια δεν έχουν ανάγκη τα ψιλά.
-Ίσα ξαλάξτε.  

Με λίγα λόγια είτε αστάρια είχαμε είτε ψιλά, η παγωνιά δεν τα πείραζε. Τα δικά μας τα δάχτυλα που μελανιάζανε είτε κρατώντας το λάστιχο με τη μάνικα είτε κρατώντας το μαστάρι, δεν τα μετρούσε κανένας  

Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε η δικιά μου η γενιά να παίξει το ρόλο του σκύλου που λέει θα δουλέψουμε γιατί έτσι πρέπει . Βέβαια οι χειμώνες τώρα είναι σαν παιδική χαρά σε σχέση με παλιότερα χρόνια αλλά και πάλι οι πρωινές θερμοκρασίες τούτου του Φλεβάρη μια φωτιά την τραβάνε! 

Ανάψτε λοιπόν μια φωτιά και ξαλάξτε να αρχίσουμε να βαράμε!

                                           Κουκ








συνέχεια »

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Ποιος έχτισε την Θήβα την επτάπυλη

Οι επεκτατικοί πόλεμοι στην Μέση ανατολή και στις πηγές του Νείλου, του πρώιμου, του μέσου και του ύστερου βασιλείου,  τροφοδοτούσαν με "εργατικό δυναμικό "την κατασκευή των πυραμίδων για να αναπαύεται εν ειρήνη ο Χέωπας.
  Η Σεισάχθεια ήταν που έχτιζε τους Παρθενώνες του Περικλή και του Φειδία.
  Η κρυπτεία εξασκούσε τους πολέμαρχους της ξακουστής Σπάρτης.
  Τα στίφη, που μάζεψε με το βούρδουλα στο διάβα του ο Αρταξέρξης, έριξε πρώτα ως βορά στα Σπαρτιάτικα όπλα στην κλεισούρα των Θερμοπυλών.
  Ήταν ο Σπάρτακος με τις εξεγέρσεις του, που χαλούσε το πάρτι των μεγάλων κατασκευάστικών έργων του Καίσαρα.
  Ήταν οι κωπηλάτες στις γαλέρες των Δόγηδων, που έκαναν ξακουστή και πανίσχυρη την Γαληνοτάτη.
  Ήταν η ψυχή της Κεντρικής Αφρικής, που πλημμύρισε τα μπαμπακοχώραφα της Αλαμπάμπα και τα ζαχαροχώραφα της Καραϊβικής και της Βραζιλίας και πλούτισε τους Αγγλους Γάλλους Πορτογάλους.
   Ήταν οι δεκαεξάωρες εφταήμερες βάρδιες των παραγιών στις μανιφακτούρες της Βιομηχανικά επαναστατημένης Ευρώπης, που την ανέστησαν οικονομικά .
  Ήταν οι δεκάδες χιλιάδες νεκροί και ακρωτηριασμένοι στα τσιφλίκια του στο Κονγκό του (παραλίγο βασιλιά της Ελλάδας ) Λεοπόλδου του Βελγίου, που θεμελίωσαν τις Βρυξέλλες ως σύγχρονη πρωτεύουσα της Ευρώπης.
  Ήταν οι κολίγοι, που τάιζαν τη Ρούσικη αριστοκρατία και ανακύρηξαν τον Πέτρο σε Μέγα.
   Ήταν τα εκατομμύρια τών λιμασμένων Κινέζων χωρικών, που είπαν τον Μάο "Πατερούλη".
  Είναι "εργάτες " από το Μπαγκλαντές, τη Σρι Λάνκα και το Πακιστάν, που έχτισαν τις ιλουστρασιόν πόλεις του Περσικού κόλπου.
  Είναι τα εξαναγκασμένα σχολιαρόπαιδα της  Foxconn, που κατασκευάζουν τις hitec οθόνες μας.
  Είναι η εξαγωγή δημοκρατίας των ΗΠΑ και της ΕΕ, που έστησε τα μαγαζιά στη Λιβύη για να πωλείται πέντε παράδες η οκά, η ανθρώπινη ζωή.
  Και είναι και ο Δυτικάνθρωπος, που το πρωί ψήφισε τον πολιτικό που του υποσχέθηκε τα πιο ασφαλή σύνορα και το βράδυ αφού έφαγε το δείπνο του, ακούμπησε πίσω στην πολυθρόνα του, ρεύτηκε, και έκανε τον σταυρό του : Δόξασοι ο Θεός και σήμερα, είχαμε δημοκρατία, φάγαμε, ήπιαμε, θα κοιμηθούμε στα ζεστά. Μεγάλη η Χάρη Του.

Υ.Γ. Φυσικά ο τίτλος είναι δανεισμένος.

                                        Κουκ









συνέχεια »

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Borsigplatz

Ένας ακόμα σταθμός στην εδώ και ενάμισι χρόνο έξοδο από την Ελλάδα. Το Dortmund είναι μια ήσυχη μικρομέγαλη επαρχιακή πόλη του κρατιδίου της NorthReinaWestfalen της Γερμανίας.
Λίγο έξω από τον κεντρικό δακτύλιο της πόλης,  βρίσκεται η Borsigplatz. Ίσως το πιο καυτό και ζωντανό σημείο της πόλης.
 Η ιστορία της πλατείας και της ευρύτερης περιοχής είναι μακρά και πήρε το όνομά της από τον Alberd Borsig που ίδρυσε και εγκατέστησε εκεί ένα εργοστάσιο. Έκτοτε εγκαταστάθηκαν μεγάλα εργοστάσια που άφησαν το στίγμα τους.
Εδώ, σ' αυτήν την ζωντανή περιοχή ιδρύθηκε η ποδοσφαιρική ομάδα του Dortmund η Borusia. To στολίδι και το κόσμημα της πόλης. Κάθε φορά που παίζει η Borousia εντός έδρας, η πόλη τζιράρει εκατομμύρια! Τα ξενοδοχεία και τα σπίτια από την Airbnb έχουν πληρότητα 100%. Οι επισκέπτες  έρχονται από όλη την Γερμανία και την Ευρώπη είτε για να ζήσουν τις μαγικές στιγμές εντός του Signal Induna Park είτε για περιηγηθούν στην πόλη που έχει γιορτινή διάθεση. Και αυτό συμβαίνει σε κάθε εντός έδρας παιχνίδι της ομάδας.
Πίσω λοιπόν στην πλατεία μας όπου είχε και το πρώτο γήπεδο η ομάδα. Όταν ήρθαν οι Ναζί απαλλοτρίωσαν το χώρο για να στήσουν ένα τεράστιο χαλυβουργείο και έτσι η έδρα της ομάδας μεταφέρθηκε στα νότια της πόλης. Πρώτα σε ένα μικρό γήπεδο που σήμερα παίζουν τα μικρά και οι γυναίκες της ομάδας και αργότερα, στο ίδιο πάρκο, στο σημερινό υπερσύγχρονο γήπεδο. Εδώ στην πλατεία πανηγυρίζουν τα τρόπαια και τις επιτυχίες της ομάδας. Πάνω από την πλατεία και τον συγκεντρωμένο κόσμο έκανε τρεις γύρους το αεροπλάνο της ομάδας όταν έφερνε το κύπελλο τον Μάιο και εκεί κατέληξε με το ανοιχτό λεωφορείο η ομάδα για να το παρουσιάσει στους φιλάθλους της.
 Το παλιό γήπεδο, παλιό πλέον εργοστάσιο, που είναι μια ανάσα από την πλατεία, είναι σήμερα  ένα τεράστιο πάρκο-δάσος με πισίνες και γήπεδα ποδοσφαίρου για το κοινό, γήπεδα τένις, μπέιζμπολ και Αμερικάνικου ποδοσφαίρου που φιλοξενούν αγώνες από τις liges της χώρας. Θα προσπαθήσω να  παρακολουθήσω κάποια στιγμή έναν ολόκληρο  αγώνα μπείζμπολ για  να καταλάβω περί τίνος πρόκειται .
 Τα παλιά εργοστάσια και η ζήτησή τους σε ανθρώπινο δυναμικό δημιούργησαν και την ανθρωπογεωγραφία της Borsigplatz. Παλιά εγκαθίστανται εδώ εργάτες που έρχονταν από παντού για να δουλέψουν. Σήμερα, σε συνέχεια αυτής της κατάστασης, οι κάτοικοι της περιοχής είναι πλέον από όλη την Ευρασία. Είναι η πιο multi culti περιοχή της πόλης.
Κυρίαρχο το Τούρκικο στοιχείο αλλά δεν σταματά εκεί. Τα Τούρκικα γυράδικα, οι μυρωδιές τους και ο κόσμος τους στέκουν σχεδόν σε κάθε γωνία των έξι δρόμων που ξεχύνονται  στην πλατεία. Τα kiosk που τα έχουν Τούρκοι είναι τα στέκια της περιοχής. Bar κάθε λογής, εθνικότητας και κουλτούρας που ξημερώνονται τα Σαββατοκύριακα το καθένα με το στίγμα του. Τα ανατολίτικα αργελετζίδικα κλειστά με τον κόσμο μέσα. Τα Ελληνικά καφενεία με τα τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο με τη φράπα και τα τσίπουρα. Τα μαγαζιά των νέγρων κλειστά από παντού να μην φαίνεται τίποτα μέσα. Τα διάφορα Ηellas,  Pamir, Anadolu  και Kabul Markt δίνουν το στίγμα για τους κατοίκους, δίνουν χρώμα και μυρουδιές από τις πραμάτειες τους και είναι τα κέντρα συνάντησης των επιμέρους εθνικών ομάδων.
Μαύροι από όλη την Αφρική, μελαψοί Ασιάτες, Έλληνες, πρώην Γιουγκοσλάβοι, μεθυσμένοι, άστεγοι, κατσίβελοι και κατσιβέλες με τα πολύχρωμα φορέματα από την Ρουμανία, μαγαζιά με τζόγο, Κορίτσια, δώσε πάρε ντρόγκες και τσαμπουκάδες. Ένα συνεχές και ασταμάτητο πήγαινε-έλα από τα σπίτια-στέκια στα μαγαζιά της πλατείας. Κάθε Σαββατοκύριακο τα πάρτι στα σπίτια και στα μικροσκοπικά μπαλκόνια που βλέπουν στις πίσω αυλές  φεγγοβολάν και δίνουν τον τόνο με τις μουσικές τους και τα γέλια των παρευρισκομένων.
 Είναι το μόνο μέρος στην Γερμανική μου περιήγηση που βλέπω τον κόσμο σταματημένο έξω από τα μαγαζιά να μιλάει μεταξύ του. Είμαστε  γνωστοί μεταξύ μας . Είμαστε  οι θαμώνες και οι κάτοικοι της Borsigplatz.

                                                                                                                        Κουκ

συνέχεια »

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Ποδηλατοδρομίες

  Η ιστορία πάνω στα πετάλια ξεκινάει όπως των περισσότερων, με τα μικρά τρίκυκλα ποδηλατάκια. Περιορισμένος στην βεράντα  για να μην ''μετρήσω'' τα σκαλοπάτια, έφερνα βόλτες και ονειρευόμουν πότε θα ήμουνα έτοιμος να ξανοιχτώ μέχρι το τρίτο πεύκο στην άκρη του οικοπέδου!
  Όταν ήρθε ο καιρός, με ένα δανικό μικροσκοπικό 14" ή 16'', άρχισα να ισορροπώ. Δεν μπορούσα όμως να σταματήσω και έπεφτα πάνω σε μια στοίβα αμμοχάλικου για να σταματήσω και να να ξαναξεκινήσω.
   Έφτασε κάποια στιγμή η ηλικιακή ολοκλήρωση για να αποκτήσω επιτέλους το δικό μου κανονικό ποδήλατο! Εικόνα χαραγμένη ανεξίτηλα στην περιοχή των παιδικών αναμνήσεων. Άνοιξη με τα σχολεία στο τελείωμα τους. Δεν θυμάμαι τον λόγο που βρέθηκα με τους γονείς μου στην Θεσσαλονίκη. Απλά θυμάμαι ότι βρέθηκα μέσα σε ένα ποδηλατάδικο να δοκιμάζω μεγέθη και στυλ ποδηλάτων. Διάλεξα ένα Universal 20'' με κόντρα. Το συγκεκριμένο μοντέλο έπαιξε πολύ εκείνη την εποχή. Το έφερε και ο Μαθιός (ο επίσημος ποδηλατάς του χωριού μας)  και το είχανε σίγουρα και ο Βλάχος και ο Ραμπότας. Από το ποδηλατάδικο, μάλλον κάπου κοντά στην Κολόμβου, το πήγα καβάλα, με τις βοηθητικές εννοείτε, μέχρι το πρακτορείο των ΚΤΕΛ. Το παλιό, εκείνο που ήταν πάνω στην πλατεία Αντιγονιδών πριν μετακομίσει στην ιστορική οδό Ειρήνης. Εκεί το ποδήλατο φορτώθηκε στην οροφή του πράσινου λεωφορείου και ταξιδέψαμε μέχρι το χωριό. Περιττό να πω ότι μέχρι να φτάσουμε δεν ξεκόλλησα τα μάτια μου από τον ουρανό βλέποντας νοητά το αντικείμενο που θα με ταξίδευε και θα με οδηγούσε σε δρόμους μακρινούς.
Σε πολύ λίγες μέρες οι βοηθητικές ήταν παρελθόν και από κει και μετά άρχισε το μεγάλο ταξίδι.
  Δεν ξέρω πως είναι τώρα με τα παιδιά αλλά τότε το ποδήλατο ήταν μέσο κοινωνικοποίησης. Με το ποδήλατο έφτανες στα σημεία συγκέντρωσης της τσακαλοπαρέας και μ' αυτό γίνονταν πλέον όλες οι εξορμήσεις. Δεύτερη φύση το ποδήλατο. Πηγαίναμε παντού πλην του δημόσιου (του μόνου ασφαλτοστρωμένου δρόμου του χωριού δηλαδή) που μας απαγόρευαν την πρόσβαση λόγω της κίνησης  των αυτοκινήτων. Οι παιδικές καλοκαιρινές μνήμες είναι απόλυτα συνυφασμένες με το ποδήλατο.
  Σε μια  εξόρμηση τεσσάρων ατόμων προς την Κοκαλού, κάπου εκεί στις αμυγδαλιές του Σέσουλα μας την έπεσαν τα τσοπανόσκυλα. Οι τρεις "ψαγμένοι" δεν τρέξαμε. Ο ένας που έτρεξε, τον πήγαν καροτσάκι για κανά χιλιόμετρο. Όταν φτάσαμε τελικά όλοι μαζί στην Κοκαλού αποφασίσαμε να χωριστούμε. Δύο θα ξαναγυρίζαμε από τον χωματόδρομο και δύο τολμηροί από την δημοσιά. Στην συνάντησή μας πίσω στο χωριό, αφηγούμενοι την περιπέτειά μας, λες και κάναμε  διαγωνισμό του πιο ευφάνταστου ψέματος! Εμείς οι δύο στα χωράφια. συναντήσαμε λέει  έναν λύκο και ατρόμητοι περάσαμε δίπλα του χωρίς να τον ενοχλήσουμε και να μας ενοχλήσει. Οι άλλοι δύο είχανε μια περιπέτεια με το 100 που τους σταμάτησε αλλά αγέρωχοι οι δεκάχρονοι  φίλοι μας τους εξήγησαν το εξερευνητικό μας project και συνέχισαν κανονικά!
  Μια φορά, καμιά εικοσαριά ποδήλατα είχαμε φτάσει μέχρι την 6 στροφή της Βαρβάρας. Στο κατέβασμα, στην τρελή κατηφόρα  και πριν μια στροφή σχεδόν 180° φωνάζω : παίδες ελέγξτε τα φρένα σας. Τί τα θες. Με πούλησε η κόντρα και έγινα χαλκομανία πάνω σε μια σκουτζιά από πουρνάρια.
  Πετάγματα σε αυτοσχέδιες πίστες, κόντρες και κονταροχτυπήματα. Αλητείες και τσαμπουκάδες. Μελανιασμένα και γδαρμένα γόνατα και χέρια. Πρωινές και νυχτερινές εξορμήσεις. Το ποδήλατο είχε λόγο σε όλα. Και κάποια στιγμή μέσα σε όλο αυτό, έκαναν και την εμφάνισή τους τα πρώτα BMX. Σημάδι ότι άρχιζε κάπως να εκσυγχρονίζεται η φάση
Όταν η πρώτη αθωότητα άρχισε να υποχωρεί και να  δίνει την θέση της σε πιο περίπλοκα πράγματα, άρχισε να σπάει η φάση και πλέον πηγαίναμε  στην δουλειά αλλά πάντα με το ποδήλατο. Στο  κτήμα του Μαλιαρού,  στα ροδάκινα και στα αχλάδια του Μάκου ή αργότερα στην "πρέσα", στην βιοτεχνία τούβλων που ήταν το τελευταίο απομεινάρι μιας ανθούσας χειροτεχνίας  του χωριού μας.
  Το ποδήλατο το κρεμούσε κάθε χρόνο ο πατέρας μου στο υπόγειο με το που άρχιζαν τα σχολεία.
Έμενε εκεί μέχρι τις επόμενες καλοκαιρινές βόλτες. Βλέπετε η  κρατούσα άποψη εκείνη την εποχή ήταν ότι το ποδήλατο είναι μόνο για παιχνίδι και  μέσο παραγωγής σκανταλιάς και ανεμελιάς. Οπότε όταν άρχιζε η σοβαρή περίοδος του σχολείου, αυτό δεν είχε θέση. Τρομάρα μας! Γι αυτό μίσησα και συνεχίζω να μισώ τις σοβαρές "περιόδους" και τις καθώς πρέπει στιγμές και κοινωνικότητες.
  Πέρασαν οι εποχές, έδωσε "ο διάολος χαμπάρι" και το ποδήλατο, από το κέντρο του κόσμου μου, έγινε ένα  αντικείμενο που απλά έπιανε τόπο στο υπόγειο.
  Όμως στο σπίτι γενικώς είχαμε μια κάποια ποδηλατική κουλτούρα. Θυμάμαι πολύ καλά το σιδερένιο 28άρι από τα χρόνια του παππού μου που κυκλοφορούσε εκεί στο σπίτι. Έτσι κάποια στιγμή, όταν το δικό μου uUniversal παρατήθηκε αφού είχε φάει τα ψωμιά του, ο πατέρας μου πήρε για τον εαυτό του ένα μεγάλο 26άρι universal. Κυριλέ, με φτερά, δυναμό, φανάρια και σχάρα αλλά δεν το πολυκαβαλούσα γιατί είχα "άλλες" ασχολίες.
  Μια φορά πήγαινα στα αλώνια, και κάπου εκεί στη Σουλτάρα, εξείχε μια λεία πέτρα. Από υπερβολική σιγουριά και από γινάτι περνούσα πάντα από πάνω της για κανά ψιλοπεταγματάκι.. Αυτήν την φορά,το τράνταγμα έστειλε το δυναμό μέσα στις ακτίνες της μπροστινής ρόδας... Η συνέχεια... δύσκολη!
   Πέρασαν τα χρόνια και το ποδήλατο βγήκε τελείως από το κάδρο. Όπως βγήκε από την Ελληνική ζωή γενικότερα. Από τα μέσα των 80' και μετά η Ελλάδα άρχισε να ζει στον ρυθμό του life style και του αυτοκινήτου και το ποδήλατο δεν είχε καμία θέση στον νέο αυτόν τρόπο ζωής. Έτσι το ποδήλατο γενικότερα παρέμεινε στάσιμο και τα μόνα ποδήλατα που κυκλοφορούσαν ήταν οι κούρσες αυτών που έτρεχαν με τους συλλόγους.
  Ξαναέκαναν την εμφάνισή τους μετά το '90, όταν τα ξέθαψαν από τα υπόγεια οι Αλβανοί μετανάστες. Λαός με ποδηλατική κουλτούρα, όχι την βορειοΕυρωπαική, αλλά  με μια δικιά του, που την δημιουργούσε η ανάγκη για ανέξοδη μετακίνηση. Γέμισαν τα γιαπιά στον Εύοσμο και στην Τούμπα και τα θερμοκήπια και τα ανθοκήπια πέριξ της πόλης  με τα ποδήλατα των Αλβανών εργατών. Ψευτομάουντεν και ότι να 'ναι που τα είχαν ξεθάψει από τα υπόγεια των σπιτονοικοκύριδων τους.
  Εκεί περίπου στο '97, αγοράζει ένας φίλος ένα ότι να 'ναι μάουντεν 26'' από την ποδηλατούπολη, με σκοπό να πηγαινοέρχεται  δουλειά-σπίτι από το Παπάφειο στον Αγ. Σπυρίδωνα στην Τριανδρία ευελπιστώντας να χάσει κανένα κιλό. Το έκανε μια φορά, κοντέψαμε να τον χάσουμε αφού ήταν τελείως απροπόνητος και με τσιγάρο στο pic. Αυτό ήταν! Με 15.000 δρχ ήταν δικό μου. Έκτοτε δεν έμεινα ποτέ ξανά χωρίς ποδήλατο!
 Μικρές αναγνωριστικές βόλτες στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Έρημη και απόμερη τότε η νέα παραλία δεν είχε καμία σχέση με το σημερινό στολίδι. Μετά από λίγο καιρό γνωριζόμουν με όλους τους γραφικούς (μαζί και 'γω) που ποδηλατούσαμε. Αυτό το ποδήλατο είχα όταν κάποια στιγμή έξω από τον Θερμαϊκό πίνοντας μπύρες μου είπε κάποιος φίλος: γρήγορα θα το βαρεθείς να ξέρεις. Γελούσα από μέσα μου γιατί ήξερα ότι μόλις είχε ξεκινήσει κάτι που θα κρατούσε.
   Δεν πήγε για πολύ με αυτό, πως θα μπορούσε άλλωστε να πάει πολύ με ένα ποδήλατο από την ποδηλατούπολη. Βέβαια τελείωσε άδοξα και πήρα την πρώτη μου κρυάδα. Μου το έκλεψαν από το πατάρι της εισόδου της οικοδομής που μένω.
   Άρχισα να ψάχνομαι. Πολύ λίγες οι επιλογές εκείνη την εποχή και επέλεξα την  σταθερή αξία τον Θεοτόκη. IDEAL BOOMAX 26''  350€. Μερτσέντα ρε φίλε! Simano, V-break και τέτοια. Ελληνικά ποδήλατα φτιαγμένα στην Πάτρα.   Ειδικά πετάλια- σετ με παπούτσια simano που κουμπώνουν πάνω για να τραβάς κιόλας το πετάλ , όχι μόνο να πατάς Λίγο καλύτερη κλειδαριά και αποθήκευση στο κλειδωμένο υπόγειο πλέον.Έβαλα πάνω κοντεράκι και ξεκίνησα να γράφω χιλιόμετρα.
  Μια φορά πάνω στο ανάχωμα του Αξιού πηγαίνοντας προς το Δέλτα, μου την έπεσε μια αγέλη σκυλιών. Εκεί που προσπαθούσα να γλιτώσω βάζοντας το ποδήλατο ανάμεσα σε μένα και σ' αυτά, βγαίνει ένας αρχάνθρωπος μέσα από μια καλύβα και ενώ τα σκυλιά λυσσομανούσαν, με ρωτάει : ρε ντερβίσι μήπως είσαι τίποτα από αυτούς τους οικολόγους;
  Πήγα μια φορά από Θεσσαλονίκη μέχρι τη Νέα Μάδυτο. 70χιλ απόσταση. Ανέβηκα από την Νεάπολη, Μετέωρα και πίσω από το γήπεδο του Κεραυνού πήρα τον δρόμο μέσα από το Σέιχ Σου που παρακάμπτει το Ρετζίκι και  το Ασβεστοχώρι , περνάει από το Φιλίππειο  και βγαίνει στο Παπανικολάου. Από 'κει μέχρι την είσοδο του χωριού του Χορτιάτη που αριστερά ο χωματόδρομος τραβερσάρει το βουνό και καταλήγει στο Αδραμέρι. Από 'κει από χωματόδρομους με κατηφόρα έφτασα μέχρι τον Γερακαριώτικο λάκο. Οι τσομπανόσκυλοι που μπήκαν στο καταπόδι μου μόνο τη σκόνη μου έβλεπαν στην κατηφόρα. Ποιο 'κει όμως στους παραλίμνιους χωματόδρομους που το ποδήλατο βούλιαζε στην άμμο, ο σκύλος που βγήκε στο κατόπι μου ήταν ένα μπόι με το ποδήλατο. Πως σώθηκα; ε, εγώ το ξέρω.
 Μια άλλη φορά, από τις κεραίες στο Χορτιάτη έκανα τραβέρσα όλο το βουνό μέσα από χωματόδρομους και ξαναγύρισα στο ίδιο σημείο. Κάπου εκεί στην Περιστερά έξω από ένα μαντρί τα σκυλιά που μου την έπεσαν νομίζω ήταν περισσότερα κι  από τα κατσίκια του κοπαδιού. Για καλή μου τύχη, με έσωσε μια γριούλα 80+ που βγήκε μέσα από την καλύβα και τα λιοντάρια που πριν  ήθελαν να με κατασπαράξουν,  μπροστά της έγιναν αρνάκια.
  Με το BOOMAX στον γύρο της Κερκίνης,  θαύμασα το εικονικό  χωριό που είχε στήσει μέσα στα αβαθή νερά της ο Αγγελόπουλος για της ανάγκες μιας από τις πανάκριβες ταινίες του, και τα περίφημα βουβάλια της και τους βοσκότοπους τους που είναι κοινοί με δεκάδες ήδη πουλιών.
  Στον γύρο της Βόλβης είδα άλογα, πολλά ζευγάρια κύκνων, πελεκάνους, μαυροπελαργούς, φλαμίνγκο και Ρωμαϊκά  ή Οθωμανικά λουτρά να στέκουν ερείπια γεμάτα σκουπίδια από τα παρακείμενα ανθοκήπια. Εκεί έπαθα λάστιχο και καθ΄ότι απροετοίμαστος, σήκωσα κάποιον από την μπιρίμπα να έρθει να με φορτώσει.
  Καταπληκτική διαδρομή και ατελείωτα χιλιόμετρα πάνω στη σέλα ήταν  από την Μάδυτο με την τρελή  ασφάλτινη ανηφόρα προς τη Βαρβάρα, συνέχεια από χωματόδρομους  μέσα από τα καταπληκτικά δάση Οξιάς του Στρατωνικού Όρους με κατάληξη στις πανέμορφες παραλίες στο Ζέπκο. Άσφαλτο μέχρι την διασταύρωση του Σταυρού και μετά ξανά χώμα μέσα από τον Ρήχειο και του Μοδιού το λάκο.
 Μια φορά κατέβηκα  από τα Στάγιρα μέσα από του χωματόδρομους και τα ρέματα του Κάκαβου προς της παραλίες της Ιερισσός, πολύ πριν αυτό το πανέμορφο βουνό μπει στο στόχαστρο της ανάπτυξης. Χαμηλά εκεί που ηρεμεί το ποτάμι και λίγο πριν βγει από το δάσος, θαύμασα μια βίδρα!
 Μετά από λίγο, σε μια στένωση του ρέματος συνάντησα ένα μαντρί που το φυλούσαν τα δεύτερα πιο κακά και άγρια σκυλιά που συνάντησα στην περιήγησή μου σε βουνά και κάμπους. Τα πιο κακά τα συνάντησα κάποτε στην ορειβατική μου καριέρα στα 2000m στην Αστράκα αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο . Τέλος πάντων, εκεί στον Κάκαβο υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι τελείωσα με το ποδήλατο στα βουνά και στις εξοχές γιατί με τα σκυλιά είχα αρχίσει να έχω πρόβλημα αφού εκτός τον σοβαρό κίνδυνο που διέτρεχα για την σωματική μου ακεραιότητα,  άρχισαν να με επισκέπτονται και στους εφιάλτες μου.
  Εκείνη την εποχή ο Δήμαρχος της Θεσσαλονίκης είχε δημιουργήσει ένα μικρό δίκτυο ποδηλατόδρομων συνολικού μήκους  12χιλ. Τότε ήταν η άνοιξη του ποδηλάτου για την Θεσσαλονίκη.  Τα ποδηλατάδικα άνοιγαν το ένα πίσω από το άλλο και τα ποδήλατα συνωστίζονταν στους λίγους ποδηλατόδρομους. Τότε μας πλάσαραν τα treking. Το BOOMAX λοιπόν στο χωριό και το καινούριο treking μου έτοιμο. Ένα Cube χάρμα ιδέσθαι με 600€ που έκανε να μοιάζει οτιδήποτε είχα μέχρι τώρα με κάρο! Ασφάλτινα πλέον τα χιλιόμετρα κατά εκατοντάδες. Μακριά από επικίνδυνα σκυλιά και περίεργους τύπους αλλά αγκαλιά με τα διερχόμενα αυτοκίνητα.
  Πολλά χιλιόμετρα σε μικρό διάστημα. Λάστιχα δεν πρόλαβα να αλλάξω ακόμα και ήρθε το δεύτερο χτύπημα. Μου το έκλεψαν μαζί με το ζευγάρι του, το γυναικείο Cube άλλα 600€, μέσα από κλειδωμένο υπόγειο στην οικοδομή. Τρελή μπάζα τα σαΐνια.
 Αμέσως σχεδόν επέλεξα πάλι ένα treking. Ένα Ghost με 550€ γιατί ήταν μοντέλο προηγούμενης χρονιάς. Καλό αλλά Cube δεν είναι. Τώρα το κλείδωνα με καλή κλειδαριά σε κλειδωμένη πόρτα με μύλο ασφαλείας και καλό λουκέτο έξτρα.Λίγα χιλιόμετρα μ' αυτό. Με φόβιζαν πλέον τα αυτοκίνητα που περνούσαν δίπλα μου και η αναπνοή τους μου πάγωνε το σβέρκο. Με το φαντασματάκι σχεδόν μόνο χαλαρές βόλτες στον ασφαλή ποδηλατόδρομο της παραλίας.
  Όσπου...
           
                                                                                                                               Κουκ




















συνέχεια »

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Στην Ικαρία να πάτε

  Αύγουστος και διαβάζω τα κατορθώματα των Ικαριωτών σε σχέση με το πως αντιμετωπίζουν  την ζωή και τους επισκέπτες  του νησιού τους .
Στην Ικαρία μπορεί να μην πήγα, αλλά νωρίς  την άνοιξη βρέθηκα να χτυπάω τις πεταλιές μου στην κοιλάδα του Elbe κάπου στην Sachsen-Anhalt.
  Μια Κυριακή, μετά από 25 χιλιόμετρα περίπου σε χωματόδρομους και μονοπάτια πάνω στην σέλα και στα πετάλια, βγήκα από το δάσος και έφτασα στο Arnerburg, ένα μεσαιωνικό καστροχωριό πάνω σε ένα γύρισμα του Elbe.Τα μεσαιωνικά κτίρια, τα σπίτια και η εκκλησία ήταν πλημμυρισμένα με λουλούδια. Λίγο η άνοιξη (εκεί βέβαια  δεν καλοείχε φτάσει ακόμα) και πολύ ότι οι κάτοικοι φαίνεται ότι τα αγαπούσαν , όλο το πέτρινο χωριό κολυμπούσε στα χρώματα των λουλουδιών. Στα δε λιθόστρωτα σοκάκια, περπατούσες και νόμιζες ότι θα ξεπεταχτεί από την γωνία κάποιος ιππότης.
  Αφού περιηγήθηκα θαυμάζοντας το χωριό, την καθαριότητα και το συγύρισμα του, τα γυρίσματα του δρόμου με έβγαλαν ψηλά στο κάστρο .
Καταπληκτική θέα στο ποτάμι και σε όλη την κοιλάδα. Μάλιστα έχουν φτιάξει και ένα τεράστιο μεταλλικό μπαλκόνι για να απολαμβάνουν τη θέα οι επισκέπτες. Εκεί λοιπόν στη ρίζα του κάστρου υπήρχε το κλασικό Γερμανικό εστιατόριο. Ξεκαβάλησα, κλείδωσα και μπήκα μέσα να ζητήσω έναν καφέ. Τον ζητάω ευγενικότατα από τις δύο συμπεθερούλες που ήταν σερβιτόρες, αλλά απόκριση μηδέν. Την δεύτερη φορά που τον ζήτησα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, χασκογέλασαν, και μου είπαν ότι το μαγαζί δεν δίνει καφέ αλλά μόνο μπύρα, 10.30 το πρωί και άπλα δεν ξανά ασχολήθηκαν μαζί μου αφήνοντας με σύξυλο.
Χάζεψα λίγο τη θέα, πήρα τη στέγνα μου και άρχισα να κατεβαίνω. Ένα φιδογυριστό σοκάκι  με πέρασε  μπροστά από ένα θαυμάσιο Biergarden με θέα το κάστρο . Εντάξει είπα, μάλλον θα την πιω την μπύρα. Είχε και κάτι μαυροκόκκινες τοπικές, δεν έλεγε να φύγω χωρίς να τις γευτώ,  Μπαίνω μέσα με το ποδήλατο ως είθισται και κάθομαι στη λιακάδα. Ένα ζευγάρι και μια άλλη παρέα τριών ατόμων, οι μοναδικοί πελάτες του μαγαζιού. Βγαίνει η συμπεθέρα-σερβιτόρα, της κάνω νόημα να με προσέξει και να έρθει, τίποτα. Απόκριση καμία! Δεύτερη κρυάδα και αρχίζω να υποψιάζομαι. Μετά από 5-6 φορές που βγήκε και εμένα είχε ξεραθεί το χέρι μου να το έχω ψηλά μήπως και με δει, έκανε πως με πρόσεξε! Έκανε, γιατί στην πραγματικότητα δεν μου έδωσε καμία σημασία. Πέρασε το μισάωρο και αφού ασχολήθηκα λίγο να γράψω και να φωτογραφήσω το πήρα απόφαση ότι σ' αυτό το χωριό δεν..
Σηκώθηκα πήρα τον χωματόδρομο, τους άφησα πίσω μου και τους καταράστηκα: Στην Ικαρία να πάτε διακοπές ρε κιαρατάδες και να μην σας δίνει σημασία κανένας.....στην Ικαρία.

                                                                                                                                   Κουκ








συνέχεια »

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Ή το σαμάρι θα φταίει ή ο γάιδαρος. Ποτέ ο αγωγιάτης

  Χθες το βράδυ όντας σταματημένος σε ένα φανάρι στην Β. Όλγας, σταματάει δίπλα μου μια αστραφτερή μαύρη Porsche. 
  Σφίχτηκα! ίδρωσαν τα χέρια μου στο τιμόνι και η τρίχα στο σβέρκο σηκώθηκε κάγκελο. Τώρα θα ξεράσει  φωτιά και θα με κατασπαράξει σκέφτηκα. Όμως τελικά όλα κύλησαν ομαλά. Μάρσαρε δυο φορές και όταν άναψε πράσινο ξεκίνησε νωχελικά και χάθηκε μέσα στην Μ. Μπότσαρη.
  Σήμερα το πρωί στον αυτοκινητόδρομο Θεσ/νίκης-Αθηνών,  κάποιοι ατρόμητοι ή μάλλον θρασύτατοι, σταματούσαν στα πάρκινγκ για να χρησιμοποιήσουν τις τουαλέτες. Ήθελα να έχω ένα τηλεβόα και να τους προειδοποιώ: αδέρφια το νου σας, οι δράκοι κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι!

   Την Καθαρά Δευτέρα πήγαμε παραλία. Να μην σας τα πολυλογώ, σαρακοστιανά, τσίπουρα, μετά κρασιά, περάσαν και κάτι πλανόδιοι βαρούσανε τα τέλια και τα ντέφια, να ξανά τα κρασιά , να και οι μπύρες μετά για τελείωμα. Στο τέλος οι βουτυράτοι την κοπανήσανε. Εμείς σκαλώσαμε στο μπαρ που βαρούσε, για μια τελευταία βότκα για το σβήσιμο. Εντάξει εγώ την ήπια με χυμό πορτοκάλι γιατί οδηγούσα και μη πέσουμε σε τίποτα ελέγχους και έχουμε τραβήγματα μέρα που ήταν. Στην επιστροφή όπως στα είπα. Είχανε μπλόκο τα "γουρούνια" και κάνανε αλκοτέστ. Ευτυχώς την πήδηξα γιατί είχανε άλλους σταματημένους και πέρασα "μπάι". Έπιασα κατευθείαν το κινητό, μπήκα στο hastang του μπαρ που ήμασταν και έγραψα για το μπλόκο και το αλκοτέστ και προέτρεψα του υπόλοιπους να πάνε από άλλον δρόμο.Φαντάζομαι έσωσα πολύ κόσμο από μπλεξίματα και προστίματα!

  Δεν μας κάθεται και κάνα λαχείο λέει ο άλλος! 
Φίλε, όποιος οδήγησε ή οδηγάει  ή μπήκε συνεπιβάτης 
στην ηλικία των 20 με 30 και είναι ακόμα ζωντανός και αρτιμελής, του έχει κάτσει ο πρώτος αριθμός του μεγαλύτερου λαχείου του κόσμου!

                                                                          KOYK









συνέχεια »

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

Μ' ένα drone στην Τσιμισκή...

  Σ' αεροπλάνο ήθελε ν' ανέβει ο Κώστας Χατζής με την πολύ ιδιαίτερη φωνή του, μερικές δεκαετίες πριν, με drone βολεύομαι εγώ. Και εξηγούμαι: από το αεροπλάνο δεν βλέπεις τίποτα. Λίγα σπίτια ή πολυκατοικίες, καμιά θάλασσα και κανένα ποταμάκι, όταν το επιτρέπει ο καιρός και πάντα από τέτοια απόσταση που δεν ξεχωρίζεις τίποτε. Όσες βόλτες κι αν κάνεις λοιπόν, πολύ λίγα θα καταλάβεις για τον τόπο που τριγυρνάς κι ελάχιστα συμπεράσματα θα βγάλεις για το πως ζουν και τι βιώνουν οι άνθρωποι-μυρμηγκάκια που θα βλέπεις από κει ψηλά. Γι' αυτό κι εγώ διαλέγω drone...
   Δεν θα το αφήσω να πετάει ψηλα. Χαμηλά το θέλω, για να ξεχωρίζει τα χαμογελαστά πρόσωπα ή τις αγέλαστες φάτσες. Να δείξει σε 10 λεπτά την Ελλάδα του σήμερα. Τις αιτίες (ή τουλάχιστον κάποιες απ' αυτές) και τ' αποτελέσματα της κακόγουστης φάρσας που έγινε σκληρή πραγματικότητα. Μια βόλτα στην Τσιμισκή αρκεί. Αρκεί για να δείξει τις ξεβαμμένες λεωφορειογραμμές που κανείς δεν δίνει σημασία. Βιαστικοί οδηγοί, σταθμευμένα για λίγο ή πολύ Ι.Χ. και βαριεστημένοι ταξιτζήδες δίνουν το στίγμα μιας χώρας που δεν μπορεί να εφαρμόσει κανένα σοβαρό μέτρο,παρά προσπαθεί να συμβιβάσει κάστες και ομάδες επαγγελματιών ώστε να ισορροπήσει χωρίς να προκαλέσει αντιδράσεις. Στο συγκεκριμένο μέτρο που εφαρμόζεται για 20 και πλέον χρόνια ή φύλαξη αντί να ενταθεί, όλως παραδόξως ατόνησε τελείως.
   Το ίδιο ξεβαμμένες κι ελάχιστα σημαντικές και οι διαβάσεις των πεζών. Παρά το ότι όλες βρίσκονται σε σηματοδότες, αν δεν είσαι ιδιαίτερα προσεκτικός δεν θα πας πολύ μακρια. Κι αν οι οδηγοί είναι μια φορά απρόσεκτοι κι απείθαρχοι, σ' αυτήν την χώρα που θέλει να λέγεται ευρωπαϊκή, οι πεζοί σπάζουν όλα τα ρεκόρ. Παιδιά, νέοι, λιγότερο νέοι αλλά και ηλικιωμένοι ξεχύνονται κυριολεκτικά μέσα στον πολυσύχναστο δρόμο έχοντας εμπιστοσύνη στην καλή τους τύχη. Τι κι αν υπάρχουν κάγκελα κι απ' τις δυο μεριές του δρόμου, προσπαθώντας να τιθασεύσουν το ατίθασο πλήθος? Βάρβαροι όλοι μας τρέχουμε και ελισσόμαστε σαν τις αντιλόπες του National Geographic, ταχύτατοι κι αέρινοι ανάμεσα στα αυτοκίνητα-λιοντάρια. Κι όταν η καλή τύχη κάποια στιγμή στερέψει, αρχίζουν τα κλάματα.
   Γενικότερα, η παιδεία μας στους δρόμους είτε ως οδηγοί είτε ως πεζοί είναι ανύπαρκτη. Χειρότερη ίσως κι από χώρες του Τρίτου Κόσμου, κι αυτό φαίνεται στον κεντρικότερο δρόμο της συμπρωτεύουσας. Στην Τσιμισκή...
  Εκεί που ο νεαρόκοσμος κάθε ηλικίας μπαινοβγαίνει κι ανακατεύει ρούχα στα Zara και τα συνεταιράκια του, εκεί που οι πιο ''ανεβασμένοι'' ακουμπάνε τις πιστωτικές τους σε πιο βαριά ονόματα κι εκεί που πολλοί περπατάνε άσκοπα ή για να νιώσουν τον αέρα της πόλης.
   Αν πάλι το drone μας πετάξει Παρασκευή ή Σάββατο βράδυ, θα τρομάξει η Ευρώπη από το μεσονύκτιο και μεταμεσονύκτιο μποτιλιάρισμα της κεντρικότερης οδού στην περισσότερο ''κτυπημένη'' από την κρίση, πόλη της Ελλάδος. Εκατοντάδες αυτοκίνητα μικρού και μεγάλου κυβισμού γεμάτα με εντυπωσιακές κοπέλες και πανέτοιμα αγόρια τρέχουν, παρκάρουν, κορνάρουν ή παραδίδουν τα κλειδιά στους πααρκαδόρους των νυκτερινών κέντρων της Πολυτεχνείου (δεν αλλάξαμε δρόμο, απλά αλλάζει όνομα η Τσιμισκή). Πώς γίνεται με 400 ευρώ μηνιάτικό ή με 330 επίδομα ανεργίας να τα κάνουμε όλα αυτά, είναι το μυστήριο της Φυλής. Πάντως τις νύχτες (και ευτυχώς, και χίλια μπράβο μας!!!) εικόνα ρημαγμένης πόλης, σε μια ρημαγμένη χώρα, δεν παρουσιάζουμε. Άλλωστε το σκοτάδι όλα τα σκεπάζει, όλα τα κουκουλώνει. Την ημέρα όμως τα πράγματα είναι αλλιώς...
   ''Ο Λαός, ο Λαός στα πεζοδρόμια κουλούρια πουλάει και λαχεία, κοπάδια στα Υπουργεία αιτήσεις για τη Γερμανία...''. Το βλέπεις, το αισθάνεσαι την ημέρα. Η χώρα φαίνεται πως υποφέρει. Κουλούρια, λαχεία, κάστανα, εικονίτσες από επαίτες, προγράμματα ομορφιάς από κορίτσια, προγράμματα τηλεφώνου από φοιτητές και τσάντες μαϊμού από Αφρικανούς μετανάστες, όλα πωλούνται στο υπαίθριο παζάρι του δρόμου-βιτρίνα της πόλης μας. Την εικόνα συμπληρώνουν οι Τσιγγάνοι εκ Βουλγαρίας που ''βοηθούν'' στην ανακύκλωση τενεκεδένιων κουτιών πριν την ώρα τους, όταν δεν πέφτουν ξαπλωμένοι με την συνήθως ανορθόγραφη χαρτονένια επιγραφή:''Πεινάω''.
   Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις λοιπόν πως τίποτα ή σχεδόν τίποτα δεν λειτουργεί όπως πρέπει στην πόλη και στην χώρα. Απαίδευτος κόσμος, ελάχιστα ή στρεβλά μορφωμένος, έτοιμος να πιστέψει σε παγκόσμιες συνομωσίες, αεροψεκασμούς και ''ζουν ανάμεσά μας'' προκειμένου να βρει τον φταίχτη γι' αυτό που του συμβαίνει. Εκτός από ημιμαθείς, πάντα απείθαρχοι, ζαμανφουτίστες, ξερόλες και φωνακλάδες. Με σαφή και ξεκάθαρη την εντύπωση πως είμαστε χαρισματικοί και πανέξυπνοι, σε αντίθεση με τους Κουτόφραγκους που τους έχουμε για πρωινό.
   Δεν μου το βγάζεις απ' το μυαλό πως ο Σόιμπλε κι αυτό που εκπροσωπεί, βρήκαν τον πιο ''αδύναμο κρίκο'' για να εφαρμόσουν όλα αυτά που υπαγορεύει η πολιτική τους, μα το να είμαστε εμείς ο πιο ''αδύναμος κρίκος'' είναι καθαρά ευθύνη δική μας. Με πράξεις και παραλείψεις μας, φροντίσαμε εδώ και δεκαετίες να δημιουργήσουμε ένα αντιπαραγωγικό, πελατειακό κράτος που θεωρεί κορόιδα τους συνεπείς και μάγκες αυτούς που την ''βγάζουν στον αφρό'', καθαροί κι αφορολόγητοι.
    Μα πόσο έξυπνο και πόση φαντασία μπορεί να 'χει αυτό το drone για να τα βλέπει όλα αυτά???
Ο.Κ. εντάξει...το drone που ξαμολήσαμε στην Τσιμισκή λίγα είδε κι εμείς πολλά καταλάβαμε!!! Εξάλλου τι Έλληνες είμαστε???
  Και θα 'θελα να κλείσω με κάτι πιο αισιόδοξο. Το drone σαφώς και είδε σε αρκετές γωνίες τους πωλητές της ''Σχεδία'' με τα κόκκινα γιλέκα και τα υγρά  μάτια. Όλοι τους με μια ιστορία, με δυσκολίες κι ένα ''ναυάγιο'', αλλά με πίστη και δύναμη. Νομίζω στ' αλήθεια πως είναι ό,τι πιο ελπιδοφόρο υπάρχει αυτήν την στιγμή στην Τσιμισκή...
συνέχεια »

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Χιόνια στο καμπαναριό!!!

   Καλημέρα σας και καλή σας απόλαυση!!!
Θα το πάω εμπορικά και πιασάρικα σήμερα. Χιόνι έχει εκεί έξω??? για χιόνια θα γράψω.
Κατ' αρχάς το "καλή σας απόλαυση", ξεσηκωμένο από τα γκουρμέ εστιατόρια που δεν λένε πια ''καλή σας όρεξη'' αλλά απόλαυση, αναφέρεται σ' αυτούς που έχουν στέγη και τροφή και μπορούν να απολαύσουν έστω και λίγες στιγμές απ' αυτό το τόσο ωραίο φυσικό φαινόμενο, τις περισσότερες φορές. Για τους υπόλοιπους, καλό κουράγιο και καλή δύναμη.
   Η προσωρινή μετατροπή μας λοιπόν (και ελέω τηλεόρασης) σε Γροιλανδία, έχει πολλά ευτράπελα, τρελές υπερβολές (ίδιον γνώρισμα της φυλής) και πολλές πολλές αναμνήσεις. Για τους ρεπόρτερ και τα εξωτερικά συνεργεία που μιλάνε για δυο μέτρα χιόνι κι ας έρχεται το χιόνι ως το γόνατό τους, τα λέμε στο f/b, κοφτά και γρήγορα. Πότε γελάμε με κανένα επιτυχημένο ποστ, πότε ''παγώνουμε'' περισσότερο από καμιά κρυάδα και πότε παραμένουμε αδιάφοροι. Ας πιάσουμε τότε κουβέντα για τις αναμνήσεις...
   Δεν είναι εύκολο να γράφεις για αναμνήσεις παιδικής ηλικίας, όταν έχεις μεγαλώσει σε χωριό. Πραγματική χιονοστιβάδα οι θύμησες και δεν μπορείς να τις βάλεις σε τάξη. Θα προσπαθήσω όμως να τις ιεραρχήσω.
  Πρώτη ανάμνηση διαρκείας, τα παγωμένα χέρια. Συνεχώς και αδιακόπως τα μικρούλικα, παιδικά μας χεράκια ήταν παγωμένα. Δε' πα να μας έβαζαν εκατό γάντια οι μανάδες μας, τα χέρια ήταν μπούζι. Τα αυτιά μας επίσης. Τί κουκούλες και τί σκουφιά μας φόρτωναν δε λέγεται, όμως εμείς βρίσκαμε τον τρόπο να τα ''ξυλιάζουμε'' όλα. Τις τυχερές μας μέρες που το χιόνι σκέπαζε τους χωμάτινους δρόμους, το αρπάζαμε πάντα με γυμνά χέρια και το ''νίβαμε'' στο πρόσωπο και στ' αυτιά του άλλου για να την ''ακούσει'' κανονικά. Το μαρτύριο του Ταντάλου. 800 υπό το μηδέν. Εμείς όμως εκεί. Ούτε ξυλόσομπες ψάχναμε, ούτε πετρελαίου. Το πολύ πολύ ν' ανάβαμε καμιά φωτιά μόνοι μας, με θεότρελες πατέντες, η οποία μας ζέσταινε, μας έδινε δύναμη να συνεχίζουμε τις σατανικές μας δραστηριότητες και στο τέλος την σβήναμε με τους αυτοσχέδιους κατουρο-πυροσβεστήρες μας. Εννοείται πως οι δράσεις μας σε σχέση με τα σημερινά παιδιά ήταν απείρως ''βιαιότερες''. Οι μπάλες για τον χιονοπόλεμο είχαν πολλές φορές στο εσωτερικό τους χωματσίδες (νωπό χώμα με χορτάρι) ή ακόμη χειρότερα, πετρούλες για να ανοίγουνε κεφάλια. Οι μάχες γειτονιά με γειτονιά ήταν σκληρές και χωρίς έλεος. Πώς καταλήξαμε όλοι σώοι, είναι ανεξήγητο. Οι σταλακτίτες των σκεπών, οι λάμπες στις κολώνες και τα παγωμένα τζάμια ήταν πάντα ο αγαπημένος μας στόχος. Τις φορές που γινόμασταν αντιληπτοί και το ''κάρφωναν'' στις μανάδες μας, η σόλα της παντόφλας το βράδυ μας έκανε να μετανιώσουμε για όλα τα ανδραγαθήματα της ημέρας. Την επόμενη όμως, ξανά τα ίδια.
   Για να σας πω την αλήθεια, οι ''φλωρίστικες'' συνήθειες των παιδιών της πόλης με χιονανθρώπους, καρότα, σκουπόξυλα και κουμπιά, δεν μας λέγανε και πολλά πράγματα. Σχεδόν ''ξενέρωμα''. Τουλάχιστον σε μας τα αγοράκια. Θέλαμε κίνηση και δράση γι αυτό και παίρναμε τους δρόμους. Από το πρωί ως το βράδυ, κυρίως τις μέρες που το σχολείο έκλεινε λόγω χιονιού. Πώς δεν καταλήξαμε με πνευμονία είναι ένα άλλο θέμα προς διερεύνηση.
   Το ποδόσφαιρο με χιόνι ήταν πραγματική αποθέωση, αλλά συνήθως το παρατούσαμε νωρίς για να ανεβούμε στην πλαγιά (την αριστερή καθώς βλέπουμε το βουνό). Από την κορυφή της πλαγιάς είχε και έχει ακόμη, μια καταπληκτική θέα. Βλέπεις όλο το χωριό, τους δρόμους με τα δέντρα και τη μεγαλύτερη έκταση της λίμνης Βόλβης. Το θέαμα από μόνο του ήταν πάντα εντυπωσιακό, πολλώ δε μάλλον όταν τα έβλεπες όλα κάτασπρα. Πραγματική τρέλα. Ήσουν έτοιμος για όλα. Τέτοιο θάρρος και έπαρση. Δεν καταλάβαινες τίποτα. Άρπαζες την άδεια σακκούλα χόντρού νάυλον από λιπάσματα, την έκανες αυτοσχέδιο έλκηθρο και κατέβαινες την πλαγιά με όλα τα γκάζια. Όσο περνούσε η ώρα και η πίστα πατιότανε και πάγωνε, η ταχύτητα καθόδου ανέβαινε και οι βούτες πολλαπλασιαζότανε. Κάποιοι λόγω ευαισθησίας πωπού, βάζανε άχυρο μέσα στη σακκούλα και το ελκηθράκι γινότανε ''χλιδάτο''. Η κατάβαση συνεχιζόταν ακόμη και τις μέρες που το χιόνι έλιωνε και καταλήγαμε στο τέλος να σερνόμαστε σε χώματα και πέτρες, ευτυχώς όχι με την οδυνηρή κατάληξη του Σούμαχερ.
    Νομίζω πως το όλο επιχείρημα έκρυβε κάποιους κινδύνους μα ευτυχώς δεν το ξέρανε οι γονείς μας και γλυτώσαμε τις λιποθυμίες.
  Μεγαλώνοντας τα πράγματα άλλαξαν. Τις χιονισμένες μέρες αλλάζαμε πλαγιά (δεξιά καθώς ανεβαίνουμε, Άγιος Ευθύμης) παίρναμε τα φορητά κασετόφωνα,τη φου-φού, τις μπριζολίτσες και τις ρετσινούλες και δεν μας σταματούσε κανείς. Τρεις λαλούν και δυό χορεύουν. Σκοτείνιαζε, η θέα απ' τα αναμένα φώτα πάντα υπέροχη, τα σκυλιά να ακούγονται σχεδόν τρομακτικά και μεις γύρω απ' τη φωτιά να λέμε ιστορίες που δεν τελειώνουν ποτέ. Τέλεια.
  Πολλοί πιστεύουν πως λόγω υπερθέρμανσης, θερμοκηπίου κ.λ.π. το κρύο και τα χιόνια είναι λιγότερα κι ότι το κλίμα έχει αλλάξει δραματικά. Πιθανώς να 'ναι κι έτσι, αλλά νομίζω πως περισσότερο και με το πέρασμα των χρόνων, άλλαξε η ζωή κι ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα.. Οι πιο πολλοί δρόμοι ακόμη και στα χωριά είναι πια ασφάλτινοι, τα σπίτια έχουν κεντρική θέρμανση και είναι πιο ζεστά (αν και τελευταία τα πράγματα ζόρισαν κάπως) και οι γονείς είναι πιο ''υποψιασμένοι'' για να αφήνουν 8χρονα και 10χρονα να γυρίζουν όλη μέρα μέσα στα χιόνια.
   Να μην σας κουράσω παραπάνω με πράγματα που λίγο-πολύ τα κάνατε κι εσείς (τουλάχιστον όσοι μεγαλώσατε στα '70-'80ς κι ακόμη περισσότερο, όσοι είχατε την τύχη να μεγαλώσετε ή να έχετε επαφή με χωριό), νομίζω πάντως πως αυτές οι αναμνήσεις παιδικών, κυρίως, χρόνων έχουν αξία ανεκτίμητη, είναι ''πλούτος'' και ''τροφή''.
Υ.Γ. Το χωριό στο οποίο αναφέρομαι οι πιο πολλοί από σας το καταλάβατε εύκολα. Για τους υπόλοιπους φίλους, να πω πως είναι το χωριό που μεγάλωσα, λέγεται Νέα Μάδυτος και βρίσκεται στις όχθες της λίμνης Βόλβης, στο Νόμο Θεσσαλονίκης. Το ότι είναι πανέμορφο το καταλάβατε ήδη...
                                                                                                                            C.R.
συνέχεια »

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Είμαι ό, τι διαβάζω

Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ του J.Roth.
Eνα πολύ καλό ανάγνωσμα, που στέκεται αρκετά ψηλά στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει. Λογοτεχνία πραγματική!
Κατ' αρχήν ο Roth. Γερμανόφωνος Εβραίος από την επικράτεια της Αυστρουγγαρίας. Πολύ εκφραστικός συγγραφέας και επιφυλλιδογράφος της καλής γενιάς της Βιέννης του πρώτου μισού του 20ου αιώνα.  Σκέψη και πράξη ανακατεύονται με μεγάλη μαεστρία από την πένα του. Οι χαρακτήρες του ψυχογραφημένοι και  διάφανοι σε κάθε τους λεπτομέρεια.
Αντισυμβατικός, κατήγγειλε τους Ναζί και  εγκατέλειψε την Γερμανία για πάντα  την πρώτη μέρα που ανέβηκε στην εξουσία ο Χίτλερ το 1933. Πέθανε κατεστραμμένος από το αλκοόλ όπως ακριβώς το είχε προβλέψει.
  Ήθελα τα μεγάλα έργα του. Όπως ξεκινάς σχεδόν πάντα με έναν καινούριο για 'σένα  συγγραφέα και διαβάζεις τα έργα, που είναι τα πιο γνωστά του και αν σου αρέσει, εντρυφείς στις νουβέλες του και τον ψάχνεις περισσότερο.
 Τον τριγύριζα καιρό αλλά στην "τελειωμένη" Πρωτοπορία που σύχναζα τελευταία, λόγω χαμηλών τιμών να τα λέμε κι αυτά, δεν τον είχαν ποτέ.
Βρήκα κάποια στιγμή τον "Θρύλο του Αγίου Πότη" και είπα να ξεκινήσω ανάποδα αυτή την φορά, από μια νουβέλα. Αποκάλυψη! Λυρισμός και σκληρή πραγματικότητα. Εκεί ο Roth προέβλεψε τον θάνατό του βάζοντας τον αφηγητή να λέει: "Ας έχουμε όλοι οι πότες ένας ήσυχο και γαλήνιο θάνατο σαν κι αυτόν".
Συνέχισα γρήγορα  με τα "Βερολινέζικα χρονικά". Επιφυλλίδες που με πολύ κοφτερό μάτι και πολύ στρογγυλή πένα, μας περιγράφουν το Βερολίνο του 1920.
Ώσπου, αφού ξεκόλλησα από την Πρωτοπορία, πήρα στα χέρια μου το 'Εμβατήριο"
Ιστορικό, γιατί μας δίνει την Αυστροουγγαρία στα τελευταία της. Μια μεγάλη κοσμοπολίτικη  αυτοκρατορία στην κεντρική Ευρώπη, που ελάχιστα ξέρουμε στην Ελλάδα γι΄αυτήν. Ας είναι καλά ο Roth και ο Τσβάιχ που μας την περιγράφουν. Στο Εμβατήριο, μέσα από τις 3 γενιές των ηρώων, έχουμε εικόνα για πραγματικά γεγονότα όπως τα έζησαν αυτοί.
Κοινωνικό γιατί μας δίνει μια σαφή εικόνα της ταξικής διαστρωμάτωσης της, ελίτ που είναι τελείως ξένη με το υπόλοιπο σώμα, του χωριάτη, του έμπορα, του τοκογλύφου, του αγωνιζόμενου εργάτη .
  Περιγράφει πως ήταν φυσιολογικό μέχρι και οι κατώτατοι αξιωματικοί να έχουν ορντινάντσες. Πως  οι διορισμένοι τοπάρχες της διοίκησης είναι απόλυτοι άρχοντες του τόπου ενώ είναι
 ξεκομμένοι τελείως από το κοινωνικό σώμα και την απόλυτη εξουσία του στρατού σε θέματα τιμής και υπόληψης.
Οι αποκομμένες ελίτ, όπως σε κάθε κοινωνία, ζούνε από την εξουσία και για την εξουσία νομίζοντας ότι τα δικά τους θέλω, η μη κίνηση και ο συντηρητισμός, είναι αυτομάτως και θέλω όλων των υπόλοιπων. Όταν ανακαλύπτουν ότι οι σαρωτικές αλλαγές τους υπερφαλαγγίζουν, νιώθουν ότι δεν χωράνε σ' αυτόν τον κόσμο.
Μέσα από τους χαρακτήρες της ιστορίας και τις ζωές τους, ζούμε το τέλος της εποχής των multi culti  αχανών αυτοκρατοριών. Εποχή που θα αντικατασταθεί πλέον από αυτήν των συνόρων και  των Εθνικών κρατών. Ο Roth είναι τόσο μαέστρος, που σε πολλές σκηνές στο Εμβατήριο, νομίζεις ότι συμμετέχεις!
 400 χορταστικές σελίδες και ένα μεγάλο ταξίδι.


                                                                                                                           Κουκ
















συνέχεια »

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

17 Νοέμβρη. Μερικές μέρες και αρκετά χρόνια μετά.

   Καθυστερημένα και γεμάτος αμφιβολία,ως συνήθως, το πήρα απόφαση να γράψω πέντε αράδες για ένα θέμα-ταμπού της ελληνικής νεώτερης ιστορίας. 17 Νοέμβρη και Πολυτεχνείο, τί πιστεύαμε, τί πιστεύουμε, πόσο μύθος έμοιαζε, πόσο απογοήτευση ήρθε και εν γένει πόσο ''λάστιχο'' έγινε στο τέλος το όλο θέμα.
  Η αμφιβολία που προανέφερα, (και σύμφωνα με λόγια του απίθανου Μπουκόφσκυ, είναι γνώρισμα των σκεπτόμενων, την στιγμή που οι ηλίθιοι είναι γεμάτοι αυτοπεποίθηση) έπρεπε να ξεπεραστεί κι αυτό μου πήρε μέρες. Άλλωστε, αυτή η αμφιβολία και η αναποφασιστικότητα δεν αφήνουν τις κοινωνίες να κάνουν βήμα, οπότε ας μην είμαστε τόσο σίγουροι για την χρησιμότητα τους, εμείς οι δήθεν σκεπτόμενοι.
  Στο Πολυτεχνείο λοιπόν. Στο Πολυτεχνείο που τόσο μαγικό και ηρωϊκό μας έμοιαζε στις αρχές του '80. Με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. άρτι αφιχθέν η τρίωρη σεμνή σχολική τελετή μεταμορφώθηκε σε ολοήμερη grande fiesta, για να τιμήσουμε αυτούς που το άξιζαν αλλά κι αυτούς που δεν το άξιζαν ούτε μια στάλα.
 Κι όλοι εμείς στην πρώτη εφηβεία, ενθουσιασμένοι απ' τις κασσέτες με την τσιριχτή φωνή της Μαρίας Δαμανάκη και την δυναμική παρουσία του Κώστα Λαλιώτη, βρήκαμε νέα είδωλα. Μας έμοιαζε υπεράνθρωπο το να μιλάει κάποιος σ' αυτόν τον πρόχειρο ραδιοφωνικό σταθμό, αλλά μας έμοιαζε εξίσου ηρωϊκό το ότι κάποιος πέρασε απ' τον επάνω δρόμο, το ότι καποιος είχε ένα κουμπάρο που φώναξε ''Κάτω η Χούντα'' και κάποιος άλλος άκουσε στα γουόκμαν (που δεν υπήρχαν τότε) Θοδωράκη.
   Όλοι ήρωες, όλοι για αδριάντα. Χωρίς κοσκίνισμα και χωρίς κρίση. Γι' αυτό κι αυτοί στην πιο λάιτ εκδοχή αλλάξανε δυο-τρία κόμματα, μέχρι να γίνουν ευρωβουλευτές και να κονομάνε το εικοσαρικάκι κάθε μήνα, και στην πιο hard αγοράσανε χωρίς λεφτά την μισή Πλατεία Βάθης. Πάντως τότε ήτανε στο απυρόβλητο και μόνον εκεί. Διάδοχοι του Μικρού Ήρωα. Γιώργος Θαλάσσης και Κατερίνα ένα πράγμα. Σπίθας κανένας. Όλοι πανέξυπνοι.
  Οι περισσότεροι των ''ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών'' σε βουλευτικούς και υπουργικούς θώκους, χωρίς καλά καλά να ξέρουν τί εστί πολιτική. Πολιτικοί ''τιμής ένεκεν'', με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Με τόση αχλή να τους περιβάλλει, εύκολα ένιωσαν πανίσχυροι. Χωρίς φόβο και χωρίς έλεγχο πέσανε με τα μούτρα στη μαρμίτα κι αμαυρώσανε χωρίς μεγάλο κόπο, ό,τι πραγματικά αξιόλογο, παράτολμο και ηρωϊκό συνέβη εκείνον τον Νοέμβρη.
   Κι όταν ήρθαν τα μνημόνια και το απίστευτο οικονομικό και κοινωνικό πισωγύρισμα, ο θυμόσοφος λαός δεν άργησε να βρει τον φταίχτη για όλα. Η Γενιά του Πολυτεχνείου. Αυτή και μόνον αυτή. Υπερβολικό. Κι ο Ανδρέας κι ο Καραμανλής ο Κωνσταντίνος κι ο Μητσοτάκης κι ο Ράλλης, αλλά κι ο νερόβραστος ο Σιμήτης πολύ λίγη σχέση έχουν με το Πολυτεχνείο και λόγω ηλικίας αλλά και λόγω του ότι οι περισσότεροι εξ' αυτών κάνανε αντίσταση από το εξωτερικό, σκίζοντας το ένα καλσόν μετά το άλλο. Φυσικά και πολλά στελέχη τους, (κυρίως στο ΠΑΣΟΚ και μετέπειτα στον ΣΥΡΙΖΑ) άνηκαν σ' αυτήν τη γενιά, μα το καράβι το βουλιάζει ο καπετάνιος κι όχι ο μούτσος.
   Και κλείνοντας αυτό το κειμενάκι με τις σκόρπιες σκέψεις μου, θα σας πω πως πιστεύω ότι είχαμε μια σχετικά λάιτ Χούντα σε σχέση μ' αυτά που συνέβαιναν και συμβαίνουν ακόμη σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Αν ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους όπως τον Ιούλη του '43, 400.000 στην κατεχόμενη Αθήνα ( κόντρα στους Γερμανούς που δεν υπολόγιζαν τίποτα) η Χούντα θα 'χε πέσει σε μια εβδομάδα. Όταν όμως ήμασταν όλοι κλεισμένοι στα σπιτάκια μας και οι ηγέτες στα Παρίσια και τις Σουηδίες, οι πιο ανεγκέφαλοι και δειλοί δικτάτορες της Παγκόσμιας Ιστορίας παρέμειναν στην εξουσία επτά μαύρα χρόνια.
   Σαφώς και υπήρχαν νεκροί στο Πολυτεχνείο, δεν χωράει καμιά αμφιβολία. Σαφώς και βασανίστηκε κόσμος στα κρατητήρια. Σαφώς και υπήρξαν εξορία, βία και διακρίσεις, δεν το συζητώ. Η εντύπωση που μου 'χει μείνει όμως (και φαντάζομαι σε πολλούς από εσάς), είναι πως αυτοί που βασανίστηκαν, που πλήρωσαν για τα πιστεύω τους κι αυτοί που στ' αλήθεια αγωνίστηκαν για την πτώση της Χούντας, βρίσκοταν πάντα σε μια γωνιά να παρακολουθούν με πίκρα όλα αυτά που συνέβαιναν και συμβαίνουν ακόμη στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης....
συνέχεια »

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Ernesto...

    Che Guevara θα νομίσεις. Λογικό. Τουλάχιστον για όσους με ξέρουν έστω και λίγο....
   Χρόνια ''περιφερόμενος'' στην Αριστερά, με τον Τσε στο εφηβικό μου δωμάτιο, φτιαγμένο από τα χρυσά χέρια της Ντίνας της Ρούσσου (παλιάς, αγαπημένης συμμαθήτριας), με Ημερολόγια Μοτοσυκλέτας και την αδιαπραγμάτευτη μαγκιά του Τσε να τριγυρνάει στην ψυχή, όλη την ζωή μας, τί πιο φυσιολογικό από το να γράψω κι εγώ πέντε αράδες για τον πιο άφθαρτο ήρωα της εφηβείας και όχι μόνο;
   Ε, λοιπόν όχι! Δεν έχει Τσε το κειμενάκι. Μόνο Ernesto έχει. Δομινικανός, κοντοχωριανός του Τσε, πάνω-κάτω. Με την ίδια νοοτροπία πάνω κάτω.
  Συστηθήκαμε και κουβεντιάσαμε μια-δυο φορές πριν καμιά 20ρια μήνες όταν βρεθήκαμε στην ίδια παρέα σ' ένα ταξίδι μoυ στον Άγιο Δομίνικο, μια μικρή χώρα-νησί στην κόψη Ατλαντικού και Καραϊβικής, καμιά 10ρια ώρες με το αεροπλάνο από τη χώρα μας και καμιά ωρίτσα από το Μαϊάμι-Γη της Επαγγελίας για όλους τους λαούς, της εκεί περιοχής. Φτώχια μαύρη στην τουριστική αυτή χώρα, που μοιράζεται το ίδιο νησί με την Αϊτή, η οποία παρεμπιπτόντως βρίσκεται σε πολύ-πολύ χειρότερη μοίρα από τον Άγιο-Δομίνικο. Οι κάτοικοι σκούροι εώς κατάμαυροι, γνωστοί από χρόνια στην πατρίδα μας, κυρίως οι γυναίκες, για την ''εισαγωγή'' τους είτε ως σύζυγοι ναυτικών, είτε ως δυναμικά στελέχη των επαρχιακών στρηπτηζάδικων των '80ς. Όχι ιδιαίτερα όμορφες, με σωματότυπο που παραπέμπει στους μακρινούς προγόνους από την Αφρική. Πρώτη βιομηχανία της χώρας ο τουρισμός, δεύτερη, η εξαγωγή ανδρών και γυναικών στην Εσπερία, κυρίως, με πιο πολιτισμένο τρόπο αυτή τη φορά. Παντρεύονται Κεντροευρωπαίους-ες, στέλνουν μηνιάτικο στην οικογένεια που περιμένει στην πατρίδα κι όταν συμπληρώσουν τον απαιτούμενο χρόνο, νομιμοποιούνται στην νέα χώρα διαμονής τους και συνήθως αποχαιρετούν τους συντρόφους τους. Αυτή η διαδρομή των περισσοτέρων, με φωτεινές εξαιρέσεις, όπως είναι φυσικό.
   Μακρύς ο πρόλογος, απαραίτητος νομίζω, για να θέσω σε γενικές γραμμές τον τρόπο ζωής του Ερνέστο. Εργαζόμενος στην TUI (ο μεγαλύτερος Παγκόσμιος Τουριστικός Οργανισμός), με μισθό γύρω στα 350 ευρώ, ιδιαίτερα προνομιούχος για τα δεδομένα της χώρας. Πρόσφατα χωρισμένος από πολύμηνη σχέση με την Ιταλίδα συνάδερφό του, ξεκίνησε με τα λίγα ιταλικά του και τα πολύ καλύτερα αγγλικά του να μου περιγράφει τη ζωή του, κυρίως απαντώντας σε ερωτήσεις μου.
   Γύρω στα 35 , ψηλός , αδύνατος και πολύ χαμογελαστός όπως οι περισσότεροι άνθρωποι της χώρας. Με την όχι και μικρή πείρα μου στα του τουρισμού, άρχισα να φαντάζομαι το γενικό προφίλ του τύπου. Καλούτσικος μισθός, εμφάνιση μέτρια, ηλικία σωστή για να είναι το σούπερ καμάκι της ''κουρασμένης'' Ευρωπαίας που ψάχνει λιμάνι. Μεθύσια εδώ κι εκεί, αλλαγές στα κρεβάτια, ανεμελιά, με λίγα λόγια η χαρά της ζωής. Γι αυτό χαμογελάει όλη την ώρα σκέφτηκα, έμπειρος γαρ.
   Όσο προχωρούσε η κουβέντα, τόσο μου 'ρχότανε οι κεραμμύδες κατακέφαλα. Ο Ερνέστο προσπαθεί να θρέψει την χήρα μάνα του, προσπαθεί να ξεχρεώσει ένα σπίτι με ενάμισυ δωμάτιο (δάνειο για τα επόμενα 15 χρόνια) και μεγαλώνει τα τέσσερα παιδιά της αδερφής του, από τρεις διαφορετικούς άνδρες παρακαλώ. Μη βιαστείτε να τα ''χώσετε'' στην αδερφή, συμβαίνει κατά κόρον το παραπάνω φαινόμενο στην Δομινικανή κοινωνία.
   Χαίρεται που τα καταφέρνει ο Ερνέστο κι ας δουλεύει κάθε μέρα κανένα δεκάωρο. Είναι περήφανος που η μάνα του δεν είναι στο δρόμο. Φουσκώνει σα διάνος, όταν λέει πως τα ανήψια του δεν είναι σε κάποιο από τα υποτυπώδη ιδρύματα-κολαστήρια της χώρας. Τα μάτια του λάμπουν όταν μιλάει για της ομορφιές της πατρίδας του. Ντρέπεται για την -όχι άδικη- φήμη των συμπατριωτών του. Ευχαριστεί τον Θεό (Καθολικός) κάθε 5 λεπτά ο Ερνέστο. Χαμογελάει πλατιά σε κάθε ευκαιρία ο Ερνέστο με τα κάτασπρα, σχεδόν αφρικανικά, δόντια του. Τον ήξεραν όλοι στην παρέα (Ευρωπαίοι όλοι, εργαζόμενοι στην ίδια εταιρία) τον Ερνέστο και τον συμπαθούσαν, όχι άδικα.
 Πάντα πρώτος στη δουλειά του, πάντα ευδιάθετος κι ας ήταν σχεδόν σίγουρος πως η Ιταλίδα πρώην του, τον ''έστειλε'' γιατί δεν έπαψε ποτέ να τον θεωρεί λιγάκι παρακατιανό κι ας ήξερε πως πολλοί απ' την ευρωπαϊκή παρέα μας σκέφτοταν περίπου το ίδιο.
   Το χαμόγελο του Ερνέστο χάθηκε μόνο για ένα λεπτό, όταν η ιστορία της ζωής του πήγε στον (οκτάχρονο) γιό που έχασε πριν έξι χρόνια, από κάποια όχι και τόσο περίεργη ασθένεια για την χώρα με τις ανύπαρκτες υποδομές υγείας, για τους μη έχοντες.
   Είμαι σίγουρος πως ο Άγιος Δομίνικος, η Αϊτή, η Βενεζουέλα και  πολλές πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου, είναι γεμάτες από Ερνέστους, το ίδιο ηρωικούς και χαμογελαστούς όπως ο διάσημος συνονόματός τους...
                                                                                                          C.R.
συνέχεια »

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

Πάμε άλλη μία...

  Δεν είναι που ''τσιγκλίστηκα'' απ' την ανάρτηση, μεσ' το κατακαλόκαιρο, του ''Αρχιτέκτονα'' του ΜΑΔΥΤΙΑΝΟΣ, για το που πάει το blog. Μέσα στην ''τούρλα του Σαββάτου'', ίσα που πρόλαβα να την διαβάσω κι όχι να την σκεφτώ...
  Κι όμως το να ξαναγράψουμε, το να επανενεργοποιήσουμε το blog, ήταν μια σκέψη που για άλλη μια φορά ''κούμπωσε'' στη δική μου. Ήθελα από καιρού εις καιρόν να ξαναγράψω. Και να ξαναδιαβάσω αναρτήσεις άλλων συνοδοιπόρων, επίσης το ζητούσα που και που. Για να συμφωνήσω, να διαφωνήσω, για να ''στραβώσω'', για να δω στην τελική αν διαβάζει κανείς τους συλλογισμούς μας κι αν οι προβληματισμοί μας, για το δικό μας Χωριό ή για το Παγκόσμιο Χωριό είναι προβληματισμοί κι άλλων.
  Ηλίου φαεινότερον το ότι ζούμε στην εποχή της ατάκας, που και πιο ξεκούραστη είναι και χρόνο δεν χρειάζεται. Το Twitter έχει γίνει πλατφόρμα διαλόγου Καλλιτεχνών, Συγγραφέων μέχρι Υπουργών και Πρωθυπουργών. Των πάντων. Ο καθένας που μπορεί να συμπυκνώσει την σκέψη του και διαθέτει και λιγάκι χιούμορ (άσπρο ή μαύρο), βγαίνει στ' ανοικτά του Twitter και γεμίζει ακόλουθους και ανακόλουθους.
   Ποιος να καθήσει λοιπόν, στους καιρούς που η ροή των γεγονότων (ο Θεός να τα κάνει γεγονότα) των εκατοντάδων ή και χιλιάδων ''φίλων'' του f/b τρέχει με χίλια, να διαβάσει ανάρτηση με περισσότερες από 100 λέξεις? Πιθανόν λίγοι. Λίγοι και ρομαντικοί. Γι' αυτούς τους λίγους και τους ρομαντικούς θα προσπαθήσουμε να ξαναγεμίσουμε το blog Maditianos, με αναρτήσεις, ας ελπίσουμε, ενδιαφέρουσες.
   3-4 χρόνια μετά, όλα μοιάζουν τόσο διαφορετικά αλλά και τόσο ίδια. Τα μικρά και τα μεγάλα. Το πιο μικρό κι ασήμαντο: το παγκάκι μπρος στο ''Κρεπάκι'' στην Τσιμισκή (στη Διαγώνιο), έχει αφαιρεθεί για άγνωστους λόγους. Ήμασταν που ήμασταν λειψοί λόγω της (παροδικής ή μόνιμης???) ξενιτιάς μας ξήλωσαν και ''Το πιθάρι του Διογένη''....
   Ας είναι. Καλό Χειμώνα, καλές αναρτήσεις και καλές αναγνώσεις!!!
                                                                                                                             C.R.
συνέχεια »

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Στα ξένα γήπεδα

Μετά το τέλος του σχολείου, τον απογαλακτικσμό  από την οικογένεια και την μετοίκηση σε πιο μεγάλο και πολυπληθέστερο τόπο, υπάρχει πάντα η ανάγκη ένταξης  σε μια  ομάδα. Άλλος με το πανεπιστήμιο, άλλος από την δουλειά την βολεύουν.
 Πολλοί όμως από μας ακουμπήσαμε στον οπαδισμό. Δεν ήταν άσχημα! Γνωρίζεις ανθρώπους  (καλούς και κακούς), έχεις θέμα συζήτησης, έχεις  κοινές αγωνίες και θυμούς με πολλούς άλλους , ταξιδεύεις ενίοτε και περνάς ώρες μαζί τους, δημιουργώντας "κοινά βιώματα" τα οποία αμέσως σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι είναι οι δικοί σου άνθρωποι. Σε κάνουν να λες "Εμείς".
Από αυτό το "Εμείς" αποσυνδέθηκα εκεί γύρω στο μακρινό  1999-2000. Αποσυνδέθηκα και από αυτό που ονομάζουν "Φίλαθλη ιδιότητα". Αποστροφή σχεδόν για κάθε είδους πρωταθλητισμό.
 Λίγο το ατελέσφορο της φάσης, λίγο ότι στο πρόσωπο του πρωταθλητισμού καθρεφτίζεται ο πιο άγριος καπιταλισμός αφού όλα είναι θέμα χρημάτων, λίγο ότι γύρω από αυτόν συγχρωτίζεται ότι πιο διεφθαρμένο στοιχείο της κοινωνίας υπάρχει, όλα αυτά μαζί δημιουργούν συνθήκες αποσύνδεσης και αποχώρησης από τον χώρο. Αλλά αυτό που με έδιωξε τελείως ήταν  η διαφορά που είχαμε στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τους  " Άλλους". Αυτή η χαοτική μας διαφορά στο πώς συμπεριφερόμαστε στους χώρους συνάθροισης με έκανε να ρίξω μαύρη πέτρα πίσω μου.
 Έκτοτε παρακολούθησα κάνα-δυό  Finalfour στο Βόλεϊ σε Ελλάδα και έξω, έτσι για την  Ηρακλήδικη παρέα.
Προϊόντος του χρόνου, μαθαίναμε, βλέπαμε και ακούγαμε από περιγραφές φίλων, ότι "έξω" γενικά οι συμπεριφορές στον χώρο του πρωταθλητισμού είναι διαφορετικές. Τόσα χρόνια, δεν επιδίωξα  να το  δω από κοντά.
 Χθες, πάλι Ηρακλήδικη ήταν η παρέα που με τράβηξε να παρακολουθήσουμε το ποδοσφαιρικό ματς της τοπικής Duisburg ενάντια στην Ghemnitzer για την Γ΄κατηγορία της Γερμανίας. Έφτασα 2΄πριν αρχίσει το ματς και κλείδωσα το ποδήλατό μου στις θέσεις πάρκινγκ των ποδηλάτων.  Αγορά εισιτηρίου και έλεγχοι σε 2΄και να ΄μαι μέσα σε ένα γήπεδο στολίδι 35.000 θέσεων ,πεντακάθαρο, σκεπασμένο για το σύνολο των θέσεων, με θύρες για μη καπνίζοντες,  έτοιμος να δω άλλα πράγματα.
Το πέταλο των οπαδών να δίνει τον τόνο με τα συνθήματα τους, που μια και δεν καταλαβαίνω ακόμα τη γλώσσα ότι και να έλεγαν δεν με ενοχλούσαν. Η μουσική των συνθημάτων όμως οικεία και ευχάριστη. Το κοινό πολυπληθές, οικογένειες με παιδιά κάθε ηλικίας, παρέες και μοναχικοί, όλοι ευδιάθετοι και χαρούμενοι απολάμβαναν  την Σαββατομεσημεριανή τους  έξοδο. Ανακατευτήκαμε με τον κόσμο, ήπιαμε μπύρες -την τοπική Konig pilsener- και απολαύσαμε. Απολαύσαμε το να είμαστε ανάμεσα σε κόσμο που απλά βγήκε να διασκεδάσει και όχι να ξεδώσει.. Να χαλαρώσει παρακολουθώντας ένα θέαμα και όχι να αγχωθεί για την επίτευξη κάποιου στόχου-αποτελέσματος. Εξάλλου αυτό το παλεύει στη δουλειά του.
Στο ημίχρονο, ο αγωνιστικός χώρος γέμισε με λάβαρα και εμβλήματα της ομάδας και της πόλης και στήθηκε ένας γρήγορος αγώνας με αγόρια και κορίτσια της τζούνιορ κατηγορίας.
Μετά το ημίχρονο, όταν σηκώθηκαν οι αναπληρωματικοί για ζέσταμα της μεν γηπεδούχου πήγαν να το κάνουν μπροστά στο πέταλο των φιλοξενούμενων οπαδών, ενώ οι φιλοξενούμενοι πήγαν μπροστά στους φανατικούς της Duisburg. Και χειροκροτήθηκαν αμφότεροι!
Στο τέλος τους αγώνα, αφού στήθηκε το ανάλογο σκηνικό στο γήπεδο με λάβαρα και εμβλήματα, οι παίκτες και των δυο ομάδων ανέβηκαν στις κερκίδες με τους οπαδούς τους  για να τους χαιρετήσουν προσωπικά. Μισή ώρα μετά τον αγώνα, οι παίκτες της Duisburg ήταν ακόμα πάνω στο πέταλο και με μαέστρο τον τερματοφύλακα που έδινε τον τόνο με έναν τηλεβόα, τραγουδούσαν και διασκέδαζαν με τον κόσμο, ενώ  κάποιοι παίκτες της Chemnitzer ήταν ακόμα στο χόρτο και μιλούσαν στις κάμερες.
Μου άρεσε! Θα ξαναπάω

  
συνέχεια »