Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Ακόμη τούτο το φθινόπωρο ραγιάδες, του Γιώργου Ρούση

«Ακόμη τούτο το φθινόπωρο ραγιάδες, ραγιάδες κι αν δεν αντιδράσουμε δραστικά να γίνει το σεφέρι..., πολύ φοβάμαι ότι ακόμη κι αν το πράξουμε αργότερα θα είναι πολύ αργά»...

Αυτή η εκτίμηση προκύπτει και από ένα κείμενο του 1792 με τίτλο «Η εγκαθίδρυση του δεσποτισμού», του μεγάλου γάλλου επαναστάτη Ζαν Πολ Μαρά, που αναφέρεται στην αξιοποίηση των κρίσεων από τους κυρίαρχους και στην καθυστερημένη λαϊκή αντίδραση στα καταστροφικά μέτρα που παίρνουν οι κυβερνώντες για την αντιμετώπισή τους, το οποίο ας μου επιτραπεί να παραθέσω ως έξοχο δείγμα επικαιρότητας κλασικών επαναστατικών κειμένων.

Γράφει λοιπόν ο Μαρά:
«Μερικές φορές ο ηγεμόνας, για να επιβουλευτεί την ελευθερία περιμένει τη στιγμή της εκδήλωσης μιας ανησυχητικής κρίσης, που έχει προετοιμάσει ο ίδιος· τότε, με το πρόσχημα της φροντίδας για τη σωτηρία του κράτους προτείνει καταστροφικά μέτρα, που τα καλύπτει με το πέπλο της αναγκαιότητας, του κατεπείγοντος, των περιστάσεων, της κακοδαιμονίας των καιρών.

Εγκωμιάζει την αγνότητα των προθέσεών του, εκφωνεί μεγάλα λόγια για την αγάπη του δημοσίου συμφέροντος, διαλαλεί τη μέριμνα της πατρικής του αγάπης. Κι αν δει ότι υπάρχει δισταγμός για να γίνουν δεκτές οι προτάσεις του, βάζει αμέσως τις φωνές: Πώς, δεν θέλετε; Ε, τότε βγείτε μόνοι σας από την άβυσσο! Κανείς δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί, κι ο καθένας αφήνεται στο έλεος των πραγμάτων, παρ' όλο που δεν έχει καμιά αμφιβολία γι' αυτό που κρύβουν τα μέτρα αυτά, όπου κάτω από το όμορφο περίβλημα βρίσκονται τα πιο μοχθηρά σχέδια. Η παγίδα αποκαλύπτεται όταν δεν υπάρχουν πλέον χρονικά περιθώρια για να αποφευχθεί: τότε ο λαός σαν το λιοντάρι που πέφτει μέσα στα δίχτυα κρυμμένα κάτω από τα φυλλώματα, παλεύει για να τα σπάσει και το μόνο που καταφέρνει είναι να μπλέκεται περισσότερο»(1).

Πολύ φοβάμαι ότι μια τέτοια προοπτική δεν είναι καθόλου απίθανη και σήμερα. Αν όπως υπογραμμίζει ο Ρουσό ναι μεν «η βία είναι εκείνη που δημιούργησε τους πρώτους σκλάβους, η δειλία τους όμως (είναι εκείνη) που διαιώνισε τη σκλαβιά»(2), αν όπως έλεγε ο Χιουμ, είμαστε σε τέτοια κατάσταση που έχουμε «εθιστεί τόσο έντονα στην υπακοή και την υποταγή που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναζητούν να πληροφορηθούν περισσότερα για την προέλευση ή την αιτία της, παρά όσο για τις αρχές της βαρύτητας, της αδράνειας ή για τους γενικούς νόμους της φύσης»(3), αν όπως έγραφε ο Λένιν, έχουμε να κάνουμε με «ευχαριστημένους σκλάβους που απαρνούνται την ιδέα της εξάλειψης της σκλαβιάς»(4), αν όπως έγραφε σε ένα άλλο κείμενό του ο Μαρά, έχουμε μετατραπεί σε ανθρώπους δειλούς και διεφθαρμένους ...πρόθυμους να ξεπουληθούν, σε ανθρώπους που μπορεί να αναγνωρίσουν τον εαυτόν τους στις σάτιρες του Ιουβενάλη(5), αν έχουν καταφέρει να μας μετατρέψουν σε ένα λαό «αμαθή, ελαφρύ επιπόλαιο (...) μεγαλωμένο μέσα στο φόβο την υποκρισία, τη δολιότητα, το ψέμα, αναθρεμμένους μεσ' στην ευελιξία, την ίντριγκα, την κολακεία, την τσιγκουνιά, την αισχροκέρδεια», αν όπως γράφει ο αναρχικός Ιταλός Ερίκο Μαλατέστα, δεν αποβάλουμε εκείνα τα «προβατίσια ένστικτα και συνήθειες τα οποία (μας) χάραξαν στο μυαλό ολόκληροι αιώνες σκλαβιάς»(6), τότε είναι πολύ πιθανόν αντί μιας μαζικής λαϊκής αντίδρασης στα μέτρα κατά της κρίσης να βρεθούμε σε μια κατάσταση σαν κι εκείνη που περιγράφει στο πρώτο κείμενο που παραθέσαμε ο Μαρά.

Σε μας εναπόκειται να αποδείξουμε το αντίθετο.

Και να μην ξεχνάμε ότι, όπως λέει και ο ποιητής, «εγώ κι εσύ και τα εκατομμύρια τιποτένιοι σαν και σένα και σαν εμένα. Υποκριτές, φιλόδοξοι, μικρόψυχοι, εγωιστές, δειλοί εμείς κρατάμε μες στα ένοχα παράφορα τούτα χέρια τις τύχες του κόσμου. Να το θυμάσαι αυτό»(7).

συνέχεια »

Ακόμη τούτο το φθινόπωρο ραγιάδες, του Γιώργου Ροή,

«Ακόμη τούτο το φθινόπωρο ραγιάδες, ραγιάδες κι αν δεν αντιδράσουμε δραστικά να γίνει το σεφέρι..., πολύ φοβάμαι ότι ακόμη κι αν το πράξουμε αργότερα θα είναι πολύ αργά»...

Αυτή η εκτίμηση προκύπτει και από ένα κείμενο του 1792 με τίτλο «Η εγκαθίδρυση του δεσποτισμού», του μεγάλου γάλλου επαναστάτη Ζαν Πολ Μαρά, που αναφέρεται στην αξιοποίηση των κρίσεων από τους κυρίαρχους και στην καθυστερημένη λαϊκή αντίδραση στα καταστροφικά μέτρα που παίρνουν οι κυβερνώντες για την αντιμετώπισή τους, το οποίο ας μου επιτραπεί να παραθέσω ως έξοχο δείγμα επικαιρότητας κλασικών επαναστατικών κειμένων.

Γράφει λοιπόν ο Μαρά:
«Μερικές φορές ο ηγεμόνας, για να επιβουλευτεί την ελευθερία περιμένει τη στιγμή της εκδήλωσης μιας ανησυχητικής κρίσης, που έχει προετοιμάσει ο ίδιος· τότε, με το πρόσχημα της φροντίδας για τη σωτηρία του κράτους προτείνει καταστροφικά μέτρα, που τα καλύπτει με το πέπλο της αναγκαιότητας, του κατεπείγοντος, των περιστάσεων, της κακοδαιμονίας των καιρών.

Εγκωμιάζει την αγνότητα των προθέσεών του, εκφωνεί μεγάλα λόγια για την αγάπη του δημοσίου συμφέροντος, διαλαλεί τη μέριμνα της πατρικής του αγάπης. Κι αν δει ότι υπάρχει δισταγμός για να γίνουν δεκτές οι προτάσεις του, βάζει αμέσως τις φωνές: Πώς, δεν θέλετε; Ε, τότε βγείτε μόνοι σας από την άβυσσο! Κανείς δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί, κι ο καθένας αφήνεται στο έλεος των πραγμάτων, παρ' όλο που δεν έχει καμιά αμφιβολία γι' αυτό που κρύβουν τα μέτρα αυτά, όπου κάτω από το όμορφο περίβλημα βρίσκονται τα πιο μοχθηρά σχέδια. Η παγίδα αποκαλύπτεται όταν δεν υπάρχουν πλέον χρονικά περιθώρια για να αποφευχθεί: τότε ο λαός σαν το λιοντάρι που πέφτει μέσα στα δίχτυα κρυμμένα κάτω από τα φυλλώματα, παλεύει για να τα σπάσει και το μόνο που καταφέρνει είναι να μπλέκεται περισσότερο»(1).

Πολύ φοβάμαι ότι μια τέτοια προοπτική δεν είναι καθόλου απίθανη και σήμερα. Αν όπως υπογραμμίζει ο Ρουσό ναι μεν «η βία είναι εκείνη που δημιούργησε τους πρώτους σκλάβους, η δειλία τους όμως (είναι εκείνη) που διαιώνισε τη σκλαβιά»(2), αν όπως έλεγε ο Χιουμ, είμαστε σε τέτοια κατάσταση που έχουμε «εθιστεί τόσο έντονα στην υπακοή και την υποταγή που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναζητούν να πληροφορηθούν περισσότερα για την προέλευση ή την αιτία της, παρά όσο για τις αρχές της βαρύτητας, της αδράνειας ή για τους γενικούς νόμους της φύσης»(3), αν όπως έγραφε ο Λένιν, έχουμε να κάνουμε με «ευχαριστημένους σκλάβους που απαρνούνται την ιδέα της εξάλειψης της σκλαβιάς»(4), αν όπως έγραφε σε ένα άλλο κείμενό του ο Μαρά, έχουμε μετατραπεί σε ανθρώπους δειλούς και διεφθαρμένους ...πρόθυμους να ξεπουληθούν, σε ανθρώπους που μπορεί να αναγνωρίσουν τον εαυτόν τους στις σάτιρες του Ιουβενάλη(5), αν έχουν καταφέρει να μας μετατρέψουν σε ένα λαό «αμαθή, ελαφρύ επιπόλαιο (...) μεγαλωμένο μέσα στο φόβο την υποκρισία, τη δολιότητα, το ψέμα, αναθρεμμένους μεσ' στην ευελιξία, την ίντριγκα, την κολακεία, την τσιγκουνιά, την αισχροκέρδεια», αν όπως γράφει ο αναρχικός Ιταλός Ερίκο Μαλατέστα, δεν αποβάλουμε εκείνα τα «προβατίσια ένστικτα και συνήθειες τα οποία (μας) χάραξαν στο μυαλό ολόκληροι αιώνες σκλαβιάς»(6), τότε είναι πολύ πιθανόν αντί μιας μαζικής λαϊκής αντίδρασης στα μέτρα κατά της κρίσης να βρεθούμε σε μια κατάσταση σαν κι εκείνη που περιγράφει στο πρώτο κείμενο που παραθέσαμε ο Μαρά.

Σε μας εναπόκειται να αποδείξουμε το αντίθετο.

Και να μην ξεχνάμε ότι, όπως λέει και ο ποιητής, «εγώ κι εσύ και τα εκατομμύρια τιποτένιοι σαν και σένα και σαν εμένα. Υποκριτές, φιλόδοξοι, μικρόψυχοι, εγωιστές, δειλοί εμείς κρατάμε μες στα ένοχα παράφορα τούτα χέρια τις τύχες του κόσμου. Να το θυμάσαι αυτό»(7).

συνέχεια »

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Η συγκλονιστική ιστορία μιας συγκλονιστικής φωτογραφίας...

Ο Kevin Carter γεννήθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1960 στο Parkmore, ένα μικρό προάστιο του Johannesburg. 34 χρόνια μετά, στις 27 Ιουλίου 1994, άφησε την τελευταία του πνοή, αυτοκτονώντας με μονοξείδιο του άνθρακα στο πίσω μέρος του πατρικού σπιτιού του. Δίπλα του, ένα σύντομο σημείωμα, εξηγούσε τους λόγους που τον οδήγησαν σ’ αυτήν την πράξη.

Αρκετά νωρίς, στα 23 του χρόνια ο Carter ξεκίνησε να φωτογραφίζει για τις αθλητικές σελίδες της τοπικής Sunday Express. Λίγο αργότερα, σταμέσα της δεκαετίας του ’80, όταν κάλυπτε για το περιοδικό Star τον ξεσηκωμό στην Αφρική, είδε την καριέρα του να απογειώνεται και τις φωτογραφίες του να φιγουράρουν στο εξώφυλλο του περιοδικού Time.

Δουλεύοντας ως “κυνηγός” φωτογραφίας για το Reuters και την Sygma Photo NY και έχοντας τη θέση διευθυντή φωτογραφίας στην Mail&Gaurdian, ο Kevin αφιέρωσε την καριέρα του καλύπτοντας τις τρέχουσες διενέξεις στη Νότια Αφρική. Η φωτογραφική αποτύπωση του apartheid τού έδωσε μεγάλη δημοσιότητα. Οι δουλειές του άρχισαν να ταξιδεύουν σύντομα σε όλο τον κόσμο και να αποφέρουν αρκετά δημοσιογραφικά βραβεία.

Το Μάρτιο του 1993 ο Carter ταξίδεψε μαζί με το βοηθό του, Joao Silva, στο νότιο Σουδάν για να φωτογραφίσει τις κινήσεις του τοπικού επαναστατικού κινήματος. Συγκλονισμένος από τις εικόνες φτώχειας και εξαθλίωσης που απαθανάτισε με το φωτογραφικό φακό του, άρχισε να ετοιμάζει ένα ρεπορτάζ για τα θύματα της πείνας που καθημερινά έχαναν τη ζωή τους.
Στο μικρό χωριό της Αγιόντ αντίκρυσε ένα μικρό κορίτσι, γυμνό, σκελετωμένο, να σέρνεται από την πείνα. Λίγα μέτρα το χώριζαν από το σταθμό τροφοδοσίας που είχε στήσει ο ΟΗΕ, όταν ένα αρπακτικό πουλί προσγειώθηκε λίγο πιο πίσω του. Ξέρουμε τι περιμένει πάντα ένα όρνιο…

“Έξω από ένα βρώμικο δωμάτιο είδα ένα παιδί, ένα κοριτσάκι γυμνό, να κείτεται στο έδαφος”, εξομολογείται. “Το φωτογράφιζα όταν ξαφνικά είδα ένα όρνιο να στέκεται πίσω του και να περιμένει το θάνατό του. Σταμάτησα για 20 λεπτά, αλλά το πουλί παρέμενε εκεί. Το καταδίωξα, κάθισα σε ένα δέντρο και άρχισα να κλαίω…”. Λίγες μέρες μετά οι New York Times αγόρασαν τη φωτογραφία, που δημοσιεύτηκε στο επόμενο φύλλο. Η φωτογραφία προκάλεσε την κοινή γνώμη, οι κραυγές διαμαρτυρίας ήταν ουρανομήκεις: γιατί δεν βοήθησε το κοριτσάκι αλλά περίμενε να βγάλει τη φωτογραφία; 14 μήνες μετά, στις 23 Μαϊου 1994, ο Kevin Carter ανέβαινε στη σκηνή του Low Memorial Library του Πανεπιστημίου της Columbia για να παραλάβει το Pulitzer Prize for Feature Photography.

Σε φίλους εμπιστεύτηκε ότι μετάνιωσε που δε σήκωσε το παιδί να το πάει στο σταθμό τροφοδοσίας και δεν αγνόησε τις γενικές δημοσιογραφικές οδηγίες που θέλουν να μην αγγίζουν δημοσιογράφοι θύματα για το φόβο των επιδημιών. Παρόλα αυτά, πολλοί συνάδελφοι τον κατηγόρησαν ότι “Κοιτάζοντας απλά το παιδί και φωτογραφίζοντας το, έγινε ο ίδιος ακόμη ένα, πιο σύγχρονο, όρνιο…”. Οι εφιάλτες του μεγάλωναν μετά την απονομή του βραβείου. Οι Αμερικανοί τον πήγαιναν στα πολυτελή εστιατόρια της Νέας Υόρκης και αρνιόταν να φάει. Δεν κατέβαινε πια τίποτα στο στομάχι του. Περιέπεσε σε βαθιά κατάθλιψη και δε μιλούσε σε κανέναν. Με το λίγο κουράγιο που του είχε απομείνει, στους ενοχλητικούς έλεγε: “αν δεν μπορείτε να βοηθήσετε πρακτικά να σωθούν αυτά τα παιδιά εκεί κάτω, φροντίστε να μάθετε τι γίνεται εκεί κάτω”. “Οι πιο πολλοί”, έλεγε αργότερα με πίκρα, “δεν ήξεραν αν το Σουδάν είναι χώρα ή αραβικό γλυκό”… Τουλάχιστον με αυτό του έργο στοίχειωσε όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί σημαντικά η αποστολή βοήθειας. Οι περισσότεροι τον κατηγόρησαν δριμύτατα, κάποιοι τον αμφισβήτησαν. Άξιζε όμως τις κατηγορίες; Αυτό το δίλημμα το πλήρωσε με τη ζωή του…

…Δύο μήνες μετά, στις 27 Ιουλίου 1994, ο Cartrer έφτασε με το αυτοκίνητό του, μέχρι τον ποταμό Braamfonteinspruit, πίσω από το πατρικό του σπίτι στο Parkmore. Προσάρμοσε ένα λάστιχο στην εξάτμιση του αυτοκινήτου του και το κατηύθηνε στο εσωτερικό του οχήματος, κλείνοντας τα παράθυρα. Στα 34 του χρόνια έφυγε από τη ζωή, πνιγμένος από θλίψη, τύψεις και ενοχές…

Το σημείωμα που βρέθηκε δίπλα του ήταν πολυσέλιδο, αλλά ακατάληπτο. Απευθυνόταν στον Joao Silva, τον άλλο αυτόπτη μάρτυρα εκείνης της τραγικής φωτογράφισης και μεταξύ άλλων έλεγε: “Αγαπητέ Θεέ, υπόσχομαι ότι δε θα πετάξω πια άλλο φαγητό στα σκουπίδια, όσο άνοστο κι αν είναι. Προσεύχομαι ότι θα προστατεύεις την ψυχή αυτού του παιδιού(…) πραγματικά, πραγματικά λυπάμαι… Ο πόνος της ζωής υπερισχύει της χαράς σε σημείο ότι η χαρά δεν υπάρχει…”.

συνέχεια »

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Παίδες παίδες μην άγεστε και μην ανακυκλώνετε την καθεστωτική προπαγάνδα των ΜΜΕ ή την προπαγάνδα των καθεστωτικών ΜΜΕ όπως θέτε , την στιγμή που έλαβε χώρα το τραγικό γεγονός ήταν σε αντικαθεστωτική διαδήλωση, δεν πήγε να κάνει τα μερεμέτια στο Μεγάλη Βρετανία..., δεν ήταν οικοδόμος δηλαδή ήταν διαδηλωτής , όμως το καθεστώς για να αμβλυνθούν οι εντυπώσεις και για να μην του χρεωθεί ο θάνατος του που έτσι κι αλλιώς προήλθε από τούς κατασταλτικούς κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς τον έκανε απλά οικοδόμο ούτε καν μέλος του Π.Α.Μ.Ε. . Και για να σας το πω με πιο βατούς όρους αν σε επεισόδια έξω από το Καυτατζόγλιο σε Ηρακλής -Άνω Τραχανοπλαγια( που δεν το εύχομαι να παίζετε με αυτούς αλλά...) τραυματιστεί κάποιος δεν θα γράψουν για κάποιον σερβιτόρο π.χ. αλλά για οπαδό οπότε...
συνέχεια »

«Ο γάιδαρος πριν ψοφήσει, καυλώνει.»


Ο απλός λαός δεν θα μπορούσε να το θέσει με πιο καίριο τρόπο: «Ο γάιδαρος πριν ψοφήσει, καυλώνει.» Αυτή η θανατηφόρα (και ερεθιστική συνάμα) παροιμία, δεν είναι παρά το καταστάλαγμα στη λαϊκή συνείδηση, αναμφισβήτητων ιστορικών δεδομένων που...
έλαβαν χώρα σε οριακές στιγμές των ανθρωπίνων κοινωνιών. Ο Θουκιδίδης αναφέρει ότι τον καιρό του Πελοποννησιακού πολέμου, υπήρχε «έκλυσις των ηθών». Τον καιρό του ελληνοϊταλικού πολέμου, κατά την ερωτική παραφιλολογία της εποχής, η αστική τάξη του κέντρου των Αθηνών επιδιδόταν μετά μανίας σε μία εκ Παρισίων εισηγμένη συνήθεια, που ήταν οι παρτούζες. Διακεκριμένοι ιστορικοί βεβαιώνουν ότι λίγο πριν μπουν οι Σοβιετικοί στο Βερολίνο το 1945, στα πάρκα της πόλης χιλιάδες άγνωστοι μεταξύ τους Γερμανοί και Γερμανίδες έσμιγαν κάθε βράδυ σε παγκάκια και πρασιές, προσπαθώντας μ’ αυτά τα απελπισμένα αγκαλιάσματα να εξορκίσουν τον θάνατο που ερχόταν. Τέλος υπάρχει ένας αδήριτος μακρο-οικονομικός κανόνας που αναφέρει ότι «στον πόλεμο και την κρίση, ακριβαίνουν τα τρόφιμα και φτηναίνει το μουνί.» Συγχωρήστε μου τη σκληρότητα των εκφράσεων, πλην τον καιρό της κρίσης και η γλώσσα ανακαλύπτει τον πιο κυνικό μέρος τού εαυτού της.
Ιδού λοιπόν η εθνική μας κατάσταση ανάγλυφη, κυρίες μου και κύριοι. Η οικονομική κρίση είναι ένας αδυσώπητος πόλεμος, που αντί να ακρωτηριάζει κορμιά προτιμά να ισοπεδώνει ζωές, ψυχές, υπολήψεις και επίπεδα ζωής. Ο πόλεμος αυτός έχει ήδη ροβολήσει με αλαλαγμούς από τους απέναντι λόφους και κατακαίει τα χορτάρια της αυλής μας. Πνιγμένοι απ’ τους καπνούς και με την λαύρα να τσουρουφλίζει το πρόσωπο μας, μην θεωρήσετε ότι αποτελούμε ιστορική εξαίρεση: Η αντίδραση μας δεν διαφέρει διόλου από τους συνήλικους τού Περικλή και της Ασπασίας, τους αστούς Αθηναίους του ’40, τους ηττημένους Βερολινέζους του ’45 ή τους γαϊδάρους που ένα βράδυ λαμβάνουν στον στάβλο τους το επισκεπτήριο του χάρου. Λυπούμαι που το λέω έτσι ξεδιάντροπα, αλλά είμεθα όλοι πανικόβλητοι γάιδαροι και γαϊδάρες, εγκλωβισμένοι σ’ ένα εθνικό χωράφι που κατατρώνε οι φλόγες. Συνεπώς, κατά τη λαϊκή σοφία, δεν είμεθα απλώς γάιδαροι, αλλά έγκαυλοι γάιδαροι όπως θα το απέδιδε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο οποίος Εμπειρίκος βυθίστηκε στη συγγραφή του πιο βέβηλου ελληνικού μυθιστορήματος, τού Μεγάλου Ανατολικού του, όχι σε καμιά περίοδο ευμάρειας και χαρούμενης ξεγνοιασιάς, αλλά από το 1945 ως το 1951, όταν ο εμφύλιος πόλεμος διέλυε τη χώρα και μακέλευε μαζικά τους ανθρώπους της.
Θα πείτε τώρα όλοι σας: Που ζείτε κύριε αναλυτά της κρίσεως; Δεν βλέπετε τη μαζική κατάθλιψη, δεν έχετε επίγνωση της οργής και της θλίψης που έχουν καταλάβει τους Έλληνες; Ποιός έχει διάθεση τέτοιες σκοτεινές μέρες για έρωτες και κέρατα; Ας γελάσω, απαντώ εγώ. Τι φαντάζεστε, δηλαδή, εξοργισμένοι αναγνώστες μου; Ότι είστε πιο καταθλιμένοι από τους τροφίμους του Άουσβιτς ή ότι βρίσκεστε σε μεγαλύτερο αδιέξοδο απ’ τους πεινασμένους Αθηναίους του τραγικού 1942, όταν τους μάζευαν από την Ομόνοια με τα κάρα του δήμου; Έχετε διαβάσει μαρτυρίες διασωθέντων των στρατοπέδων συγκέντρωσης, για να δείτε πόσο κουράγιο για επιβίωση άντλησαν από έρωτες και πρόσκαιρες ερωτικές συνευρέσεις οι δυστυχείς τρόφιμοι των κολαστηρίων; Επιπροσθέτως, μάθετε ότι στα ληξιαρχεία του δήμου Αθηναίων, το 1943 ήταν η χρονιά με τον μεγαλύτερο δείκτη γεννήσεων της πενταετίας 1940-45. Άρα, τι κάνανε το πεινασμένο και θλιβερό 1942;
Θα πείτε πάλι: Δεν ισχύουν αυτά. Οι μισοί είναι στην ανεργία και την κατάθλιψη, με τους άλλους μισούς δοσμένους στον αγώνα. Μέρα-νύχτα στην απεργία, στην πορεία, στην κατάληψη, στη συνέλευση. Συγχωρείστε με αναγνώστες μου αν πιστεύετε ότι εκχυδαϊζω τα αγωνιστικά δεδομένα της εποχής, αλλά γι’ αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανθρώπων, η ταξική πάλη και ο πολιτικός αγώνας μοιάζει με μαρμίτα διεγερτικού μέσα στην οποία κολυμπούν καθημερινά κι όχι μια φορά στη ζωή τους όπως ο Οβελίξ. Όταν ο προσφάτως αποκατασταθείς Άρης Βελουχιώτης είχε πει στους αντάρτες του κραδαίνοντας απειλητικά ένα πιστόλι, «όσο είστε στο βουνό, τούτο εδώ θα το ‘χετε μόνο για να κατουράτε», κάτι ήξερε για την εκρηκτικά αφροδισιακή πλευρά τού απελευθερωτικού αγώνα. Επίσης, θεωρείτε τυχαίο ότι από τα εκκατοντάδες πολιτικά τραγούδια της μεταπολίτευσης που υμνολογούσαν τις λαϊκές κινητοποιήσεις, το μόνο που δεν ξεχάστηκε είναι «η συγκέντρωση της ΕΦΕΕ» του Σαββόπουλου; Γιατί; Μα διότι ο πρωταγωνιστής προσπαθούσε να γκρεμίσει το σύστημα ενεργώντας όχι ως αποστειρωμένο πολιτικό ρομπότ, αλλά ως πολύπλοκη προσωπικότητα που μέσα στην πυρακτωμένη διαδήλωση αναζητούσε παράλληλα την κοινωνική δικαιοσύνη μαζί με μια γκόμενα που τον είχε φτύσει.
συνέχεια »

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Ο ΦΟΒΟΣ...!!!

Υπέροχες σκέψεις γύρω από το φόβο...

Φόβος...!!!

Ήταν κάποτε ένας γιατρός.
Μια μέρα φεύγοντας από την πόλη που έμενε για να πάει σε μια άλλη
γειτονική όπου είχε δουλειά, συνάντησε την πανούκλα που έμπαινε.
Σταμάτησε και την ρώτησε:
«Πάλι εδώ; Τι ήρθες να κάνεις;»
Και η πανούκλα απάντησε: «Είναι η σειρά μου».
«Πόσους θα πάρεις αυτή τη φορά;» ρώτησε ο γιατρός.
«Λίγους, γύρω στους χίλιους», απάντησε η πανούκλα.
Μετά από μια εβδομάδα ο γιατρός (έχοντας ενημερωθεί εν τω μεταξύ για
την κατάσταση στην πόλη του) επέστρεψε, και στην είσοδο της πόλης
αντάμωσε την πανούκλα που έφευγε
«Μου είπες ψέματα», της είπε. «Είχες πει ότι θα πάρεις κάπου χίλιους
και τελικά πέθαναν πέντε χιλιάδες».
Κι εκείνη απάντησε: «Δεν είπα ψέματα. Εγώ πήρα χίλιους. Τους
υπόλοιπους τους σκότωσε το άγχος και ο φόβος».

Το άγχος και ο φόβος είναι περισσότερο θανατηφόρα από την πανούκλα που βιώνουμε.
Τις περισσότερες φορές ο φόβος μήπως συμβεί το χειρότερο, είναι χειρότερος από το να συμβεί το χειρότερο.
Στη ζωή μας βιώνουμε εκατομμύρια καταστροφές από τις οποίες η συντριπτική πλειοψηφία δεν συμβαίνει ποτέ.
Τις βιώνουμε μόνο στο μυαλό μας.

Συλλογικά και ατομικά όλοι κάτι φοβόμαστε: τη χρεοκοπία, την απόλυση, την κατάρρευση του ευρώ, τους ιούς, τους χωρισμούς, μήπως πέσει ο
ουρανός στα κεφάλια μας.
Ο φόβος όμως δυστυχώς είναι το πιο αποτελεσματικό εργαλείο πολιτικής χειραγώγησης.
Το δηλητήριο που παραλύει τη δράση και την αντίσταση στην επέλαση οποιασδήποτε εξουσίας.
Η υπερβολική ανησυχία οδηγεί σε ακινησία.
Αν αρχίσουμε να ζούμε στη στιγμή ο φόβος εξαφανίζεται.

Ο κάθε φόβος έρχεται μέσα από μια επιθυμία.
Έτσι αν αρχίσουμε να παρατηρούμε τον εαυτό μας θα διαπιστώσουμε ποια επιθυμία είναι αυτή που τον δημιουργεί και αν είμαστε αρκετά συνειδητοί θα διακρίνουμε τη ματαιότητα που κρύβεται πίσω από αυτή την επιθυμία.
Ο φόβος επίσης προέρχεται από την ανασφάλεια μας για το αύριο.
Το αύριο όμως πάντα θα είναι ανασφαλές. Η ζωή είναι όμορφη επειδή είναι ανασφαλής. Η ανασφάλεια χρωματίζει με ομορφιά τη ζωή μας.
Η ζωή είναι όμορφη γιατί έχει ανατροπές. Δεν είναι δεδομένη. Η ζωή είναι όμορφη γιατί υπάρχει ο θάνατος.
Η ζωή έχει αξία γιατί μπορεί να χαθεί.

Αν δεν μπορούμε να την χάσουμε τότε η ζωή γίνεται φυλακή. Δεν θα μπορέσουμε να την απολαύσουμε.
Όπως λέει ο Όσσο :
«Άκου πάντα το κάλεσμα του αγνώστου και αφέσου να βρίσκεσαι πάντα σεκίνηση. Ποτέ μη προσπαθείς να αγκιστρωθείς από κάπου.Το να αγκιστρωθείς σημαίνει να πεθάνεις. Είναι ένας πρώιμος θάνατος»
Λίγη αίσθηση του χιούμορ, λίγο γέλιο, αθωότητα παιδιού- και τι έχεις
να χάσεις; Προς τι ο φόβος ;
Τίποτα δεν έχουμε. Έχουμε έρθει χωρίς τίποτα, Χωρίς τίποτα θα φύγουμε.

Ο Σενέκας, διάσημος Ρωμαίος Στωικός φιλόσοφος είπε:
Timendi causa est nescire. που σημαίνει: η αιτία του φόβου είναι η άγνοια.
Ποια άγνοια; Η άγνοια ότι τα πάντα συμβαίνουν στη ζωή μας για ένα
μοναδικό λόγο. Για να μας αφυπνίσουν από το λήθαργό μας.
Για να πονέσουμε, έτσι ώστε μέσα από τον πόνο να αναγκαστούμε να
φέρουμε στην επιφάνεια την αληθινή μας φύση. Η άγνοια ότι το δράμα της
ζωής μας είναι τέλειο.

Και όπως πρόσφατα μου είπε ένας καλός φίλος και δάσκαλος :
Στο τέλος όλα θα είναι καλά. Κι αν δεν είναι όλα καλά θα σημαίνει πως
το τέλος δεν ήρθε ακόμη....

Read more: http://vickytoxotis.blogspot.com/2011/10/blog-post_14.html#ixzz1b8inzNqd
συνέχεια »
ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ …ΓΑΪΔΟΥΡΙΩΝ…
Μια μέρα εμφανίστηκε σε ένα χωριό ένας άνδρας με γραβάτα. Ανέβηκε σε ένα παγκάκι και φώναξε σε όλο τον τοπικό πληθυσμό ότι θα αγόραζε όλα τα γαϊδούρια που θα του πήγαιναν, έναντι 100 ευρώ και μάλιστα μετρητά.
Οι ντόπιοι το βρήκαν λίγο περίεργο, αλλά η τιμή ήταν πολύ καλή και όσοι προχώρησαν στην πώληση γύρισαν σπίτι με το τσαντάκι γεμάτο και το χαμόγελο στα χείλη.
Ο άνδρας με τη γραβάτα επέστρεψε την επόμενη μέρα και πρόσφερε 150 ευρώ για κάθε απούλητο γάιδαρο, κι έτσι οι περισσότεροι κάτοικοι πούλησαν τα ζώα τους. Τις επόμενες ημέρες προσέφερε 300 ευρώ για όσα ελάχιστα ζώα ήταν ακόμα απούλητα με αποτέλεσμα και οι τελευταίοι αμετανόητοι να πουλήσουν τα γαϊδούρια τους.
Μετά συνειδητοποίησε ότι στο χωριό δεν έμεινε πια ούτε ένας γάιδαρος και ανακοίνωσε σε όλους ότι θα επέστρεφε μετά από μια εβδομάδα για να αγοράσει οποιοδήποτε γάιδαρο έβρισκε έναντι … 500 ευρώ!! Και αποχώρησε.
Την επόμενη μέρα ανέθεσε στον συνέταιρό του το κοπάδι των γαϊδάρων που είχε αγοράσει και τον έστειλε στο ίδιο χωριό με εντολή να τα πουλήσει όλα στην τιμή των 400 ευρώ το ένα.
Οι κάτοικοι βλέποντας την δυνατότητα να κερδίσουν 100 ευρώ την επόμενη εβδομάδα, αγόρασαν ξανά τα ζώα τους 4 φορές πιο ακριβά από ότι τα είχανε πουλήσει, και για να το κάνουν αυτό, αναγκάστηκαν να ζητήσουν δάνειο από την τοπική τράπεζα.
Όπως φαντάζεστε, μετά την συναλλαγή οι δύο επιχειρηματίες έφυγαν διακοπές σε έναν φορολογικό παράδεισο της Καραϊβικής, ενώ οι κάτοικοι του χωριού βρέθηκαν υπερχρεωμένοι, απογοητευμένοι, και με τα γαϊδούρια στην κατοχή τους που δεν άξιζαν πλέον τίποτα.
Φυσικά οι αγρότες προσπάθησαν να πουλήσουν τα ζώα για να καλύψουν τα χρέη. Μάταια. Η αξία τους είχε πατώσει. Η τράπεζα λοιπόν κατάσχεσε τα γαϊδούρια και εν συνεχεία τα νοίκιασε στους πρώην ιδιοκτήτες τους.
Ο τραπεζίτης όμως πήγε στον δήμαρχο του χωριού και του εξήγησε ότι εάν δεν ανακτούσε τα κεφάλαια που είχε δανείσει θα κατέρρεε και αυτός, και κατά συνέπεια θα ζητούσε αμέσως το κλείσιμο της ανοικτής πίστωσης που είχε με τον δήμο.
Πανικόβλητος ο δήμαρχος και για να αποφύγει την καταστροφή, αντί να δώσει λεφτά στους κατοίκους του χωριού για να καλύψουν τα χρέη τους, έδωσε λεφτά στον τραπεζίτη, ο οποίος παρεμπιπτόντως … ήταν κουμπάρος του δημοτικού συμβούλου…
Δυστυχώς όμως ο τραπεζίτης αφού ανέκτησε το κεφάλαιό του, δεν έσβησε το χρέος των κατοίκων, και ούτε το χρέος του δήμου, ο οποίος φυσικά βρέθηκε ένα βήμα πριν την πτώχευση.
Βλέποντας τα χρέη να πολλαπλασιάζονται και στριμωγμένος από τα επιτόκια, ο δήμαρχος ζήτησε βοήθεια από τους γειτονικούς δήμους. Αυτοί όμως του έδωσαν αρνητική απάντηση, γιατί όπως του είπαν είχαν υποστεί την ίδια ζημιά με τους δικούς τους γαιδάρους!!…
Ο τραπεζίτης τότε έδωσε στον δήμαρχο την «ανιδιοτελή» συμβουλή / οδηγία να μειώσει τα έξοδα του δήμου: λιγότερα λεφτά για τα σχολεία, για το νοσοκομείο του χωριού, για την δημοτική αστυνομία, κατάργηση των κοινωνικών προγραμμάτων, της έρευνας, μείωση της χρηματοδότησης για καινούρια έργα υποδομών… Αυξήθηκε η ηλικία συνταξιοδότησης, απολύθηκαν οι περισσότεροι υπάλληλοι του δημαρχείου, έπεσαν οι μισθοί και αυξήθηκαν οι φόροι.
Ήταν έλεγε αναπόφευκτο, αλλά υποσχόταν με αυτές τις διαρθρωτικές αλλαγές «να βάλει τάξη στη λειτουργία του δημοσίου, να βάλει τέλος στις σπατάλες» και να … ηθικοποιήσει το εμπόριο των γαϊδάρων.
Η ιστορία άρχισε να γίνεται ενδιαφέρουσα όταν μαθεύτηκε πως οι δυο επιχειρηματίες και ο τραπεζίτης είναι ξαδέρφια και μένουν μαζί σε ένα νησί κοντά στις Μπαχάμες, το οποίο και αγόρασαν … με τον ιδρώτα τους. Ονομάζονται οικογένεια Χρηματοπιστωτικών Αγορών, και με μεγάλη γενναιότητα προσφέρθηκαν να χρηματοδοτήσουν την εκλογική εκστρατεία των δημάρχων των χωριών της περιοχής.
Σε κάθε περίπτωση η ιστορία δεν έχει τελειώσει γιατί κανείς δεν γνωρίζει τι έκαναν μετά οι αγρότες. Εσύ τι θα έκανες στην θέση τους? Τι θα κάνεις εσύ?
συνέχεια »

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

14 Οκτ 2011

[Δρόμοι] Τα ψέματα...

Τα ψέματα...
... τελείωσαν. «Μόλις πριν από δύο χρόνια οι ηγέτες του κόσμου συγχαίρονταν μεταξύ τους, χαρούμενοι και πεπεισμένοι πως είχαν αποφύγει τα λάθη του 1930, πως είχαν αποτρέψει την ύφεση», παρατηρούσε τις προάλλες σε κύριο άρθρο της η εφημερίδα «Ντέιλι Τέλεγκραφ». «Ομως σήμερα πια είναι φως φανάρι πως τα γεγονότα της κρίσης του 2008 δεν ήταν παρά μόνο μια πρόγευση εκείνου που επρόκειτο να επακολουθήσει».
Το ευρωπαϊκό...

... τραπεζικό σύστημα βρίσκεται ξανά στα πρόθυρα της κατάρρευσης, μια έντονη αίσθηση επικρατεί πως οι επιλογές που είχαν στη διάθεσή τους οι πολιτικοί έχουν πια τελειώσει και οι κυβερνήσεις έχουν μετατραπεί σε απλούς σχολιαστές των τεκταινόμενων. Εστειλαν στη μάχη το πιο καλό τους ιππικό και αυτό επέστρεψε αποδεκατισμένο. Το δημοσιονομικό τους οπλοστάσιο εξαντλήθηκε. Η λιτότητα δεν απέδωσε ποτέ. Η εξάντληση όλων των οικονομικών μέσων για το ξεπέρασμα της κρίσης σημαίνει αναπόφευκτα πως οι κυβερνήσεις θα προσφύγουν στην πολιτική επιβολή: στην ακόμη σκληρότερη καταστολή των εργαζομένων, καθώς όλες οι κοινωνικές κατακτήσεις των δύο τελευταίων αιώνων καταργούνται η μία μετά την άλλη, ενώ ήδη οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής μας έχουν αρχίσει να εμπλέκονται σε έναν εμπορικό και έναν νομισματικό πόλεμο. Μάλιστα, οι ιστορικές αντιθέσεις που κάποτε έβαλαν φωτιά στην Ευρώπη ξαναβγαίνουν σιγά σιγά στην επιφάνεια. Υποσχόμενη πρόσφατα να σώσει το ευρώ, η καγκελάριος Μέρκελ ισχυρίστηκε ότι η Ιστορία έχει δείξει πως οι χώρες που έχουν κοινό νόμισμα δεν πολεμούν μεταξύ τους. «Γι' αυτό το ευρώ είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό κοινό νόμισμα», είπε. «Δεν πρέπει να το αφήσουμε να αποτύχει. Αν αποτύχει το ευρώ, θα αποτύχει η Ευρώπη». Ηταν άραγε αυτή η δήλωση μια απλή παρατήρηση ή μια απειλή;
Η Μέρκελ...
... φυσικά απεύχεται τον πόλεμο. Αν όμως το ευρώ διασφάλιζε έως τώρα την ειρήνη στην Ευρώπη, τότε γιατί ένα μεγάλο μέρος της μοιάζει σήμερα με ένα απέραντο πεδίο μάχης, στρωμένο με ανθρώπινα πτώματα όπως ύστερα από μια συντριπτική πολεμική ήττα; Από τη Βαλτική μέχρι τη Μεσόγειο και την Ιρλανδική Θάλασσα, οι περιφερειακές χώρες της Ευρώπης μοιάζουν με θύματα πολέμου. Θύματα ενός πολέμου που δεν πολεμήθηκε με χαλύβδινες αλλά με αργυρές λόγχες. Υποταγμένες στη λογική ενός νομίσματος που σχεδιάστηκε για να υπηρετεί τα συμφέροντα των ισχυροτέρων, οι κοινωνίες των περιφερειακών ευρωπαϊκών χωρών θυμίζουν σήμερα πολεμικά νεκροταφεία: εκατομμύρια «σταυροί», πληθαίνουν μέρα με τη μέρα, ένας για κάθε άστεγο, ένας για κάθε άνεργο, ένας για κάθε φτωχό εργαζόμενο, ένας για κάθε νέο που πήρε το δρόμο της ξενιτιάς, ένας για κάθε παιδί που γεννιέται χρεωμένο.
Για τους λαούς...
... αυτών των χωρών αυτή είναι μέχρι σήμερα η κατάληξη της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης»: ένας οικονομικός ολοκληρωτισμός. Κανείς λαός από εκείνους που έπεσαν θύματά του δεν μπορεί να ελπίζει σε κάτι καλύτερο, για όσο ακόμη θα τον υπομένει σκυφτός.
συνέχεια »