Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Ο Σιούλας ο ταμπάκος




Ταμπάκικα
Σὲ ἀρκετὲς πόλεις τῆς Ἑλλάδας ὑπῆρχαν ὡς τὰ τελευταῖα χρόνια συντεχνίες, δηλαδὴ κλειστὲς ἐπαγγελματικὲς ὁμάδες, ποὺ λέγονταν ἐσνάφια ἢ ἰσνάφια ἢ σινάφια τέτοιες ἦταν: τῶν χαλκωματάδων, βυρσοδεψῶν (ταμπάκηδων ἢ ταμπάκων) κ.ἄ. Πολλὲς ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς συντεχνίες ἔχουν τὶς ῥίζες τους στὴν οἰκονομικὴ ὀργάνωση τῶν βυζαντινῶν χρόνων. Ἡ ἐποχή μας ἐξαφάνισε τὶς περισσότερες. Στὸ μαρασμὸ τῆς συντεχνίας τῶν ταμπάκων στὰ Γιάννενα ἀναφέρεται καὶ τὸ διήγημά μας.



Γαλαζοπράσινη καὶ βαθιά, δίπλα στὴ μικρὴ πόλη, ἁπλώνεται ἡ λίμνη. Μέσα στὰ νερά της καθρεφτίζει τὰ ψηλά του τὰ τείχια τὸ παλιὸ μεσαιωνικὸ καὶ -θέλουν νὰ λὲν- ἀκόμα παλιότερα κάστρο της.


Ταμπάκοι
Πίσω ἀπ᾿ τὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τοῦ κάστρου, στὴν ἄκρη, ἄκρη τῆς λίμνης, πάνω στὴν ὄχτη της, βρισκόταν ὁ μαχαλᾶς τῶν ταμπάκικων. Ἔτσι τὰ λέγανε τὰ βυρσοδεψεῖα. Καὶ ταμπάκους λέγανε τοὺς βυρσοδέψες- ταμπάκηδες ποὺ τοὺς λένε στὶς Σέρρες, στὸ Βόλο, θαρρῶ καὶ στὴ Σύρα.
Σ᾿ ὅλο τὸ μάκρος τοῦ μαχαλᾶ, μέσα στὸ νερὸ τῆς λίμνης, ἀραδιαζόντανε τὰ τομάρια, τεζαρισμένα καλὰ σὲ ξύλινα τελάρα καὶ τὰ παίρναν ὕστερα, ἅμα μουλιάζαν καὶ τ᾿ ἀργάζανε μέσα στ᾿ ἀργαστήρια- στὰ ταμπάκικα.
Ὅλα θὰ ῾τανε καμιὰ δεκαπενταριὰ- εἴκοσι αὐτὰ τ᾿ ἀργαστήρια, λιθόκτιστα, δίπατα, ὅλα μὲ θολωτὲς μεγάλες πόρτες, στὴ σειρὰ κι ἀκουμπισμένα στὰ τείχια τοῦ κάστρου. Τὸ κάτω πάτωμα εἶχε τὰ παράθυρα μικρά, σὰν πολεμίστρες. Ἦταν ὅλο ἕνα μεγάλο χαγιάτι πλακόστρωτο, μὲ κάτι ξύλινες σκάφες ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ. Μέσα σ᾿ αὐτὰ τὰ χαγιάτια, κᾶνε ξυπόλητοι, κᾶνε μὲ κάτι μεγάλα ποδήλατα καὶ ξεβράκωτοι - δηλαδὴ μονάχα μὲ τὸ βρακί τους - δουλεῦαν οἱ ταμπάκοι τὰ δέρματα. Τ᾿ ἀπάνω πάτωμα πρόβαλλε στὸ δρόμο κάπου μισὸ μέτρο παραέξω ἀπ᾿ τὸ κάτω κι εἶχε τὰ παράθυρα μεγάλα - εἶδος βενετσιάνικα. Ἤτανε τὸ κατοικιό τους ἐκεῖ κι ἀνεβαῖναν ἀπὸ μία μικρὴ ξύλινη σκάλα μέσ᾿ ἀπ᾿ τ᾿ ἀργαστήρια. Ὁ τόπος, ὅλος τριγύρω βρωμοκόπαγε τὴν ξινὴ δριμίλα τοῦ τομαριοῦ.
Η περιοχή της Σκάλας. Στα σπίτια της παραλίας βρίσκονταν τα ταμπάκικα
Οἱ ταμπάκοι παινεύονταν πὼς ἦταν ἀπὸ τοὺς παλιότερους κατοίκους αὐτῆς τῆς πόλης καὶ πὼς ἦταν ὅλοι τους ἀρχόντοι «καστρινοὶ» ποὺ τοὺς πέταξαν οἱ Τοῦρκοι ἀπ᾿ τὸ κάστρο ὕστερα ἀπ᾿ τὴν ἐπανάσταση τοῦ Σκυλόσοφου, στὰ 1612. Καὶ στ᾿ ἀλήθεια, μιλούσανε τὸ ἰδίωμα τῆς πόλης καθαρότερα ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ τὸ κρατοῦσαν ἀμόλευτο στὸ λεξιλόγιο καὶ στὴ φωνητική του.
Τὰ νταραβέρια τους ὡστόσο μὲ τὴν πόλη ἦταν πολὺ λιγοστά. Σχεδὸν ποτὲ δὲν ἀνεβαῖναν «ἀπάνω» ἂν δὲν εἴχανε κάποια δουλειά. Καταφρονούσανε τοὺς καινούριους κατοίκους της καὶ μπορεῖ κανένας νὰ πεῖ πὼς μήτε τοὺς ἤξεραν τοὺς μαχαλᾶδες ποὺ φκιάσαν οἱ μικρασιάτες πρόσφυγες. Ἔμεναν ἐκεῖ, πίσω ἀπὸ τὸ κάστρο, ἕνας κόσμος ξεχωριστὸς καὶ κλεισμένος. Τελειωμένος.


Λίγο παραπάνω ἀπ᾿ τὰ δικά τους τ᾿ ἀργαστήρια, ἤτανε τὰ ξυλάδικα. Μετσοβῖτες καὶ ζαγορίσιοι - ἀπ᾿ τὰ βλαχοζάγορα - δουλεύαν ἐκεῖ. Οἱ ταμπάκοι δὲν εἴχανε κανένα νταραβέρι μαζί τους. Δύο δρόμους παραπάνω οἱ βαρελᾶδες - μετσοβῖτες καὶ βλάχοι κι αὐτοὶ βοβουσιῶτες καὶ ντρομπρινοβίτες, κοπανούσανε χρόνια ἐκεῖ πέρα, πάνω στὰ ρόμπολα καὶ τὶς ὀξιές, μὲ τὰ ξύλινα σφυριά τους, τὸν ἴδιο μόχτο. Οἱ ταμπάκοι τοὺς ξέρανε, τοὺς καλημερίζαν, διαφορὲς δὲν εἶχαν μαζί τους καὶ πάρα- δῶσε δὲν εἶχαν. Ἦταν, βλέπεις ντατσκαναραῖοι, ἤγουν χωριάτες. Λίγο παρακάτω, δίπλα στ᾿ ἀργαστήρια τους ἦταν ἡ Σκάλα. Τὰ μεγάλα καΐκια τῆς λίμνης, σκαφιδωτὰ κι ἀργοκίνητα, σφαχτά, τυριά, βουτύρατα καὶ τὰ τέτοια. Οἱ ταμπάκοι ψωνίζαν ἅμα χρειαζότανε κάτι, μὰ καὶ κεῖ δὲν εἴχανε πολλὰ νταραβέρια - τί νταραβέρια μὲ τοὺς χωριάτες;
Το παλιό λιμάνι στη Σκάλα
 Τὸ βράδυ πηγαίνανε σὲ δικά τους κρασοπουλειὰ ὅπου δὲν πατούσαν χωριάτες- μονάχα καϊκτσῆδες ἀπὸ τὸ μικρὸ νησὶ τῆς λίμνης μπαίνανε καμιὰ φορὰ καὶ πίνανε λίγο μαζί τους, πρὶν γυρίσουν στὸ νησί τοὺς τὸ βράδυ. Μ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἔνωνε τὸ πάθος τοῦ κυνηγιοῦ - γι᾿ αὐτὸ τοὺς δίναν τὸ ἐλεύτερο νὰ κάτσουνε δίπλα τους.
Σ᾿ αὐτὰ τὰ κρασοπουλειὰ τὰ δικά τους τὰ τραπέζια ἤτανε χαμηλὰ κι εἴχανε στὴ μέση μία τρύπα, γιὰ νὰ μπαίνει τὸ χειμώνα τὸ μαγκάλι. Καθότανε γύρω, γύρω, σὲ σκαμνιὰ ποὺ ῾τανε κι αὐτὰ χαμηλὰ καὶ τὸ κρασὶ πρὶν τὸ πιοῦνε τὸ ζεσταίνανε σὲ χαλκωμένους μαστραπᾶδες. Ἡ κουβέντα γύριζε πάνω σὲ παλιὲς ἱστορίες, κυνήγια, τέτοια πράματα. Ἄντρες σκληροὶ καὶ περήφανοι, σπάνια μιλούσανε γιὰ δουλειὲς καὶ συμφέροντα - δὲν τὸ καταδέχονταν. Καὶ πολιτικὴ δὲ μιλούσανε - δὲν εἴχανε μὲ ποιὸν νὰ τσακωθοῦνε, γιατί ῾ταν ὅλοι τους σφόδρα βενιζελικοί - Ἑλλάδα τῶν πέντε θαλασσῶν, καθὼς ταιριάζει σὲ παλιοὺς καστρινοὺς ἀρχοντᾶδες. Ψήφιζαν πάντοτε καὶ τὸ βενιζελικὸ ὑποψήφιο δήμαρχο καὶ τοὺς βενιζελικοὺς ἐπιτρόπους στὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου καὶ τελειώνανε καὶ μ᾿ αὐτά. Αὐτάρκεια. Ἠθική. Κοινωνική. Πολιτική.

Καὶ ἐπαγγελματική. Κανένας δὲν ἔφυγε ἀπ᾿ τὸ ἐπάγγελμα καὶ κανένας ξένος δὲν ἔμπαινε -ἡ παράδοση τοῦ συναφιοῦ, πού ῾ταν κι ἀπὸ τὰ παλιότερα τῆς πόλης, λὲν οἱ ἁρμόδιοι, δὲν εἶχε ἀλλάξει ἀκόμα. Μόνο ποὺ στὰ χρόνια ποὺ γράφω, καθὼς ἦταν λιγοστοὶ καὶ δενόνταν ὅλοι μὲ συγγένειες μεταξύ τους, εἶχε γίνει πιὰ καὶ δουλεῦαν συνεταιρικὰ σὲ κάθε ργαστήρι. Μαστόροι καὶ καλφᾶδες γίναν ἕνα- ἦταν ὅλοι τους μαστόροι πιά - καὶ νοικοκυραῖοι. Αὐτὸ μονάχα εἶχε ἀλλάξει. Ὅλα τ᾿ ἄλλα μέναν ὅπως ἦταν ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πρωτόγιναν αὐτὰ τ᾿ ἀργαστήρια. Πολὺ λίγο γνοιαζόνταν αὐτοὶ νὰ μάθουν τί γίνεται ἀλλοῦ μὲ τὰ δέρματα. Ἀκόμα καὶ στὴν ψαρόκολλα - τσουκάλι τὴ λέγανε - τὴ φκιάχνανε πάντα μονάχοι τους ἀπὸ τὰ ψάρια τῆς λίμνης. Καὶ βαφὲς καὶ βαψίματα ὅπως τὰ ξέραν, ὅπως τὰ βρῆκαν. Καὶ ὅλα. Ὅπως τὰ ξέραν, ὅπως τὰ βρῆκαν. Ἀναντὰμ παπαντάμ.

Ταμπάκος ἀναντὰμ παπαντὰμ ἤτανε κι ὁ Σιούλας. Ἀπὸ πατέρα ταμπάκο, ἀπὸ μάνα κόρη ταμπάκου. Ἐκεῖ γεννήθηκε. Ἐκεῖ ἔπαιξε τὰ κότσια καὶ τὴ σκλέντζα - ὅπως λέγανε τὸ ξυλίκι - τὶς ὁμάδες - ὅπως λέγανε τὶς ἀμάδες - τ᾿ ἀμπελοπήδημα καὶ τὰ σκλαβάκια καὶ χτυπήθηκε στὸν πετροπόλεμο μὲ τὰ παιδιὰ ἀπ᾿ τοὺς γειτονικοὺς μαχαλᾶδες. Ἐκεῖ ἔμαθε γράμματα καὶ κολύμπι, πρωτοπῆγε στὴν ἐκκλησιὰ καὶ στὸ κυνήγι στὴ λίμνη. Καὶ μεγάλωσε, μπῆκε στὴ δουλειά, παντρεύτηκε κι ἔφκιασε δική του φαμίλια κι ἔμεινε πάντα μὲ τὴν ψυχή του γεμάτη κλειστὴ περηφάνεια, ἀτράνταχτη αὐτάρκεια κι ἀδυσώπητη καταφρόνια γιὰ κάθε καινούριο. Κάθε νεωτερισμὸς ἦταν ξιπασμός.

Ἕνας δικός τους -σπανιότατο πράμα- πῆγε καὶ ξενιτεύτηκε. Πῆγε μακριὰ καὶ γύρισε κάποτε μὲ χρυσὴ καδένα στὸ γιλέκο καὶ παρᾶδες στὴν τζέπη. Καὶ καθὼς τὸ αἷμα δὲ γίνεται νερό, στριφογύριζε ὅλη μέρα στὰ ταμπάκικα καὶ τὸ βράδυ πήγαινε στὰ κρασοπουλειὰ τὰ δικά τους καὶ καθόταν μαζί τους. Καὶ γιατί νὰ μὴ κάθεται. Μόνο ποὺ ξεπήδαγε κάθε τόσο κι ἤθελε πάντα νὰ λέει γιὰ τὶς χῶρες τὶς μακρινὲς καὶ τὰ θάματα πού ῾δαν τὰ μάτια του. Τὸν στραβοκοιτάξανε στὴν ἀρχή, τὸν ἀποπήρανε καναδυὸ φορές, πάλι δὲν ἔλεγε νὰ τὸ κόψει.

Ἤτανε λέει μεσημέρι, καλοκαίρι, κι οἱ ταμπάκοι, ὅπως ἤτανε μὲ τὰ βρακιά τους μονάχα στ᾿ ἀργαστήρια, βγῆκαν λίγο νὰ ξαποστάσουν καὶ νὰ πάει καὶ τὸ ψωμὶ παρακάτω, ὅσο νὰ πιάσουνε πάλι δουλειά. Ἤτανε κι αὐτὸς ἐκεῖ καὶ πῆγε πάλι κάτι νὰ πεῖ, πάλι γιὰ τὰ ταξίδια.
-Καὶ δὲ μοῦ λές, σὲ περικαλοῦμε, τὸν ρώτησε ἄξαφνα ὁ Σιούλας καὶ σηκώθηκε σιγὰ σιγὰ καὶ πῆγε κοντά του. Ἔμαθες καὶ νὰ διαβάζεις τίποτα φράγκικα ἐκεῖ ποῦ πῆγες;
-Καὶ βέβαια ...Κατιτὶς ἔμαθα, εἶπε ὁ ἀνύποπτος ἄνθρωπος.
-Τότες διάβασέ μας ἐδῶ πέρα τί γράφει. Τοῦ γύρισε τὸ πισινά του καὶ χτυποῦσε μὲ τὶς δύο του τὶς παλάμες τὰ μεγάλα γράμματα τῆς ξενικῆς μάρκας ποὺ ῾τανε σταμπαρισμένα, στὸ πανὶ τοῦ βρακιοῦ του.
Οἱ ταμπάκοι γελούσανε δυνατά, γελοῦσαν κι οἱ γυναῖκες ἀπ᾿ τὰ παράθυρα. Αὐτὸς χτύπαγε πάντα μ᾿ ἄγριο πάθος τὰ πισινά του μὲ τὶς παλάμες του.
-Διάβασέ τα, ντέ...
Ὁ ἄνθρωπος λέει ἔβγαλε τὴν καδένα ἀπ᾿ τὸ γιλέκο καὶ ποτές του δὲν ξαναμίλησε γιὰ τὰ ταξίδια του καὶ τοὺς Φράγκους του - τουλάχιστον ἐκεῖ στὰ ταμπάκικα. Δὲν εἶχε ἀστεῖα μ᾿ αὐτούς.

Περνᾶν ὡστόσο τὰ χρόνια, οἱ ἄνθρωποι γερνᾶνε, ῥεύουνε χρόνο μὲ χρόνο τὰ τείχια τοῦ κάστρου, ἀλλάζουν ὅλα καὶ μήτε προφταίνεις νὰ τὸ νιώσεις. Δίχως νὰ τὸ νιώσει κι ὁ Σιούλας, τὰ μαλλιά του πῆραν κι ἀσπρίζαν. Τὰ πόδια του, χρόνια μέσα στὰ νερά, κάπου τὸ βράδυ πιανότανε. Ἡ Σιούλαινα, σὰν κουνέλα, κάθε χρόνο γεννοῦσε καινούριο Σιουλόπουλο. Καὶ μία τρακάδα παιδιά, πρέπει νὰ χορτάσουν καὶ νὰ ντυθοῦν καὶ νὰ ποδεθοῦν καὶ νὰ πᾶνε σκολειό - ἀλέθεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τοῦτο καὶ κεῖνο καὶ τό ῾να καὶ τ᾿ ἄλλο, μὲ τὸ σήμερα καὶ μὲ τ᾿ αὔριο, δὲν προφταίνει μία στιγμὴ νὰ σταθεῖ καὶ νὰ ἰδεῖ τί γίνεται ὁλόγυρά του.

Καὶ οἱ ταμπάκοι δὲν προφτάσαν κι αὐτοὶ νὰ ἰδοῦνε τί γίνεται γύρω τους, τί ν᾿ ἄλλαξε τάχα καὶ πότε ν᾿ ἄλλαξε, κι ἡ δουλειὰ στὰ ταμπάκια ὅλο καὶ χειρότερα πήγαινε. Σεβρά, λουστρίνια, ἀδιάβροχα τὰ φέρναν ἀπόξω, φτηνότερα καὶ καλύτερα δουλεμένα, ἀκόμα καὶ τὶς βακέτες καὶ τὰ σολοδέρματα. Δύο τρεῖς παλιοὶ δερματεμπόροι στὸ παζάρι τῆς πόλης τὸ βρήκανε συμφερότερο, αντὶ νὰ παιδεύονται μὲ τοὺς ταμπάκους, νὰ μαζώνουνε τὰ τομάρια καὶ νὰ τὰ στέλνουν ἀκατέργαστα στὴν Ἰταλία, στὴ Μασσαλία, ἀκόμα καὶ στὴ Σύρα, γιὰ νὰ τ᾿ ἀργαστοῦν ἐκεῖ. Μὲ τὶς μηχανές.

Ἄρχισε ἔτσι σιγὰ σιγὰ καὶ κάθε βράδυ στὰ κρασοπουλειὰ τῶν ταμπάκων ἁπλωνότανε μία θολὴ καταχνιὰ πάνω ἀπὸ τὰ σκυμμένα κεφάλια. Καμπόσοι δουλεύανε πιὰ δύο τρεῖς μέρες τὴ βδομάδα μονάχα. Καμπόσοι ξέραν πὼς δὲν ἀφήσανε τίποτα στὸ σπίτι τους γιὰ τὸ βράδυ. Καὶ τὸ ξέραν ὅλοι πὼς οἱ γυναῖκες τους διακονεύονται ἡ μία μὲ τὴν ἄλλη, μοιράζονται αὐτὲς τὸ φαρμάκι καὶ τὸ πίνουνε μοναχές τους, δίχως νὰ τοὺς λένε τίποτα μήτε παραέξω νὰ λένε, ἂν τύχει κι ἔχουν δικούς τους.

Αὐτοὶ - κανένας δὲν κλαιγότανε, δὲν μαρτύραγε τίποτα γιὰ τὴ φτώχειά του, ντρεπόνταν ὁ ἕνας τὸν ἄλλονε νὰ μιλήσουν. Καὶ κανένας δὲν ξέκοβε, δὲν ἔφευγε νὰ πιάσει ἄλλη δουλειά, τέτοια προδοσιὰ δὲν τὴν ἔκανε. Βαστοῦσαν ὅλοι μαζὶ τὸ ταμπάκικο, τὸ βαστούσανε σὰν ἕνα ταμπούρι, σὰν νὰ μὴν ἄλλαξε τίποτα. Καὶ τὶς Κυριακές, ὅλο τὸ χειμώνα, τὰ δίκαννά τους ἀπὸ τὴ λίμνη ἀντιλαλούσανε πάντα στὴν πόλη σὰν ἕνα ἀδάμαστο «παρών» - τ᾿ ἀντρίκειο πάθος τους, τ᾿ ἀρχοντικὸ τοῦ κυνηγιοῦ.


Στὰ μεγάλα κλείσματα - κλεισίματα τῶν πουλιῶν δηλαδὴ - ποὺ γινόνταν στὴ λίμνη ἀπ᾿ ὅλους μαζὶ τοὺς κυνηγούς, αὐτοὶ μένανε πάντα πρῶτοι καὶ καλύτεροι. Τό ῾χανε σὰν προνόμιο ν᾿ ἀρχίζουν αὐτοὶ πρὶν ἀπὸ τὸ χάραμα ἀπὸ τὴν πιὸ μακρινὴ ἄκρα τῆς λίμνης, λαμβάνοντας, ἀγάλια ἀγάλια καὶ ὅλο κλείνοντας μὲ τὸ ντουφεκίδι τους πρὸς τὴ μέση της λίμνης τὰ τρομαγμένα κοπάδια ἀπ᾿ ἀγριόπαπιες - γέσια καὶ καναβές, καθὼς τὰ ῾λέγαν- φαλαρῖδες - τὰ μαῦρα νεροπούλια μὲ τὶς ἄσπρες μύτες- καὶ κάποτε καὶ τὶς μεγάλες ὄμορφες ἀγριόχηνες πὄχουνε μπροστὰ στὰ στήθια τους κάτω ἀπ᾿ τὰ φτερά τους ἕνα δεύτερο φτερό, σὰ μετάξι καὶ σὰ μαλλί, ποὺ τὸ λένε μπάλσαμο καὶ τὸ φύλαγαν οἱ γυναῖκες γιὰ τὶς πληγὲς- τέλειο πράμα.


Στὴ μέση της λίμνηςστεκόνταν ἀράδα μέσα στὶς βάρκες τους μὲ τὰ δίκαννα στὸ χέρι, οἱ ἄλλοι κυνηγοὶ ἀπὸ τὴν πόλη καὶ τὸ νησί. Καὶ τὰ πουλιὰ πέφτανε πάνω τους, κοπάδια ὁλόκληρα, χέρια μονάχα νά ῾χεις ἐκείνη τὴν ὥρα νὰ ντουφεκίζεις κι ἄνθρωπο νὰ σοῦ γεμίζει - δουλειὰ ποὺ τὴν ἔκανε συνήθως ὁ καϊκτσῆς, λάμνοντας κιόλας σιγὰ-σιγὰ γιὰ νὰ μαζεύει τὰ σκοτωμένα πουλιὰ - σὲ κάθε βάρκα λογαριαζόταν δικό της τὸ πουλὶ ποὺ βρισκόταν κοντά της, ἄσκετο ἀπὸ ποιὸν βαρέθηκε.


Καὶ σ᾿ αὐτὰ τὰ κλεισίματα τῶν πουλιῶν τὰ μεγάλα καὶ στὰ δικά του τὰ μοναχικὰ κυνήγια τῆς Κυριακῆς, ὁ Σιούλας ξαναζοῦσε ἀκόμα τοὺς καημοὺς καὶ τὰ μεράκια καὶ τὶς περηφάνιες τῆς ψυχῆς του ἀπὸ τὸν καιρὸ τῆς νιότης του ὡς τὰ τώρα ποὺ πῆρε καὶ γέρασε, πῆρε καὶ φτώχυνε- ξέπεσε. Τὸ βράδυ γύριζε σπίτι κατακομμένος, μὲ τὰ πόδια πιασμένα ἀπὸ τὸ κάτσιμο σταυροπόδι ὅλη μέρα μέσα στὸ στενὸ καραβούλι μὲ τὰ ροῦχα μουσκεμένα ἀπ᾿ τὴν ὑγρασία. Ἄνοιγε τὴν πόρτα σπρώχνοντάς την μὲ τὴν πλάτη καὶ πετοῦσε τὰ κυνήγια στὸ πάτωμα στὴ μέση ἀπ᾿ τὸ δωμάτιο. Ξαπλωνόταν δίπλα στὸ τζάκι στὸ «μπάσι» πού ῾χαν ὅλα τὰ σπίτια στὸ χειμωνιάτικο τὸ δωμάτιο - ἔπεφτε μπρούμυτα κι ἔβαζε τὰ παιδιά του ν᾿ ἀνεβοῦν ὅλα στὴν πλάτη του νὰ τὸν πατήσουν - νὰ πατήσουν τὴν πλάτη του ποὺ τὸν πόναγε. Τὰ παιδιὰ ξεφώνιζαν, γελοῦσαν, τὸν χτυποῦσαν κλοτσιές, ξεφώνιζε κι αὐτός. Τὸ σκυλὶ ξετρελαινόταν καὶ δὲν ἤξερε ποιὸν νὰ πρωτογαβγίσει. Ἦταν ἀκόμα μία εὐτυχισμένη στιγμὴ μέσα στὴν καταχνιὰ ποὺ κατέβαινε στὰ ταμπάκικα.

Μονάχα ἡ Σιούλαινα γονατισμένη στὸ πάτωμα μέτραγε καὶ ξαναμέτραγε τὰ παπιά. Τέσσερα γιὰ τὸ σπίτι, ἕνα ζευγάρι στὴν ἀδερφή της, ἕνα ζευγάρι στὴν πεθερά της - ἂν πουλοῦσαν τὰ ρέστα; Ἦταν μία σκέψη ποὺ μήτε μὲ τὰ μάτια δὲν εἶχε κουράγιο νὰ τὴ φανερώσει σ᾿ αὐτόν. Οἱ καϊκτσῆδες, οἱ νησιῶτες κι ἄλλοι φουκαρᾶδες μέσα στὴν πόλη κυνηγούσανε, κάναν τὸ κέφι τους, τρώγαν ὅσα θέλαν καὶ βγαίναν ὕστερα στὸ παζάρι, κᾶνε μοναχοί τους κᾶν᾿ οἱ γυναῖκες ἢ τὰ παιδιά τους καὶ τὰ περιπλέον τὰ πούλαγαν. Ἕνας ταμπάκος ποτές. Γιὰ τὸν κόσμο ὅλον...

Κι ἦρθε τότε μία βδομάδα ὁλόκληρη ποὺ τ᾿ ἀργαστήρι τοῦ Σιούλα σταμάτησε. Οὔτε στ᾿ ἄλλα γινόταν τίποτα - ψευτοδούλευαν. Ἡ γυναίκα του τά ῾φερε βόλτα μοναχή της, ξετίναξε τὸ σπίτι, πῆρε κι᾿ ἀπὸ τὶς ἄλλες γυναῖκες - εἶναι ἀλήθεια πὼς ἔδωσε κάτι κρυφὰ καὶ στὸν ἑβραῖο τὸν παλιατζῆ, πού ῾χε μυριστεῖ τί γινόταν στὰ ταμπάκικα. Αὐτουνοῦ δὲν τοῦ ῾πε τίποτα, δὲν τὸν ρώτησε τίποτα, μήτε τὸν κοίταξε στὰ μάτια, ὅλη τὴ βδομάδα. Παραπάνω δὲν τὸ μπόρεσε. Σταύρωσε τὰ χέρια κι ἔκατσε κι ἔκλαψε καρτερώντας τὸ μεσημέρι ποὺ θά ῾ρχονταν ὅλοι καὶ δὲ θά ῾χε νὰ τοὺς δώσει μήτε φαῒ μήτε ψωμί.
Αὐτὸς ἀνέβηκε πάνω, μπῆκε στὸ δωμάτιο, τὴν εἶδε στὴ γωνία, τά ῾νιωσε τὰ μάτια τῶν παιδιῶν του κι ἦταν καρφωμένα πάνω του.
- Καὶ τ᾿ ἄφησες ἔτσι τὰ παιδιά;
Αὐτὴ δὲ μίλησε, καθόταν πάντα στὴν ἄκρη μὲ τὸ κεφάλι σκυμμένο.
- Καὶ δὲν ἔπαιρνες κατιτὶς ἀπὸ τὸ μπακάλη;
Ἡ γυναίκα σήκωσε μία φορὰ τὰ μάτια της καὶ κοίταξε. Μήτε λύπη, μήτε παράπονο, μήτε θυμὸς δὲν ἤτανε μέσα -τὰ μάτια της τὸν παρακαλούσανε νὰ σωπάσει. Αὐτὸς ἀγρίεψε:
- Τί δὲ μιλᾶς; Γιατί;
Ξανάσκυψε τὸ κεφάλι της:
- Δὲν μᾶς δίνει πιά, εἶπε μὲ ταπεινοσύνη, σὰ νά ῾φταιγε αὐτή.
- Καὶ ψωμί; Τί δὲν ἔπαιρνες λίγο ψωμί;
- Μήτε ὁ φοῦρνος μᾶς δίνει.
Σηκώθηκε κι ἔφυγε γρήγορα γρήγορα γιὰ νὰ κρύψει τὰ δάκρυα ποὺ τὴν ἔπνιξαν. Πιὸ πολὺ γιὰ τὴν ἀδικία τὴ δική του παρὰ γιὰ τὴ δυστυχία.

Τὰ παιδιὰ σκορπίσανε, ἔφυγε κι ἐκείνη, πῆγε στὴν ἀδερφή της νὰ κλάψουν μαζί. Αὐτὸς ἀπόμεινε μόνος μέσα στὸ δωμάτιο, μέσα στὸ σπίτι. Πιὸ πολὺ κι ἀπὸ τὴ δυστυχία, ἀπ᾿ τὴν πληγωμένη περηφάνια καὶ τὴν ντροπὴ μπροστὰ στὰ παιδιά του, ὅλο τ᾿ ἀπόγεμα, μοναχός του ἐκεῖ μέσα, σκεφτότανε τὴ γυναίκα - τὴν ἀδικία του. Ἕνας κόμπος ἀνέβαινε καὶ ξανανέβαινε στὸ λαιμό του. Εἴκοσι χρόνια μαζί της, πρώτη φορὰ στοχαζότανε τώρα γι᾿ αὐτήν.

Ἔπαιρνε νὰ βραδιάσει ὅταν σηκώθηκε. Κανένας τους δὲν εἶχε ἀκόμα γυρίσει στὸ σπίτι. Ξεκρέμασε τὸ δίκαννο, τὸ κοίταξε, τὸ ξανακοίταξε, τὸ πῆρε παραμάσκαλα καὶ κατέβηκε.
- Τί ἔπαθε -ρώτησε ὁ γύφτος- κι ἔκανε νὰ τὸ πάρει.
Δὲν τοῦ ῾χε τὴν ὄρεξη ν᾿ ἀνοίξει τώρα κουβέντες μαζί του. Ἦταν ἕνας γύφτος, ὄνομα καὶ πράμα, φουκαρᾶς ψευτοντουφεξῆς σὲ μία τρύπα στὰ μπιζεστένια - δίπλα στ᾿ ἀργαστήρια τῶν κουδουνάδων - κι ἔφκιαχνε γιὰ ἕνα τίποτα τὰ ντουφέκια τῶν φουκαράδων. Δὲν τοῦ ῾δωσε τὸ ντουφέκι, τὸν κοιτοῦσε στὰ μάτια, τὸν κάρφωνε μὲ τὰ μάτια του.
-Τό ῾χω γιὰ πούλημα, εἶπε τέλος κοφτὰ καὶ τοῦ ῾δωσε τὸ ντουφέκι. Θὰ πάρω ἄλλο.
Ἦταν ἕνα καλὸ βελγικὸ δίκαννο, δωδεκάρι δίχως λύκους. Ὁ γύφτος τό ῾ξερε ἀπὸ παλιά, μήτε τὸ πῆρε στὰ χέρια του μήτε τὸ κοίταξε. Κοίταζε αὐτόν, καὶ τὰ γύφτικα μπιρμπίλικα μάτια του παίζανε στὸ καπνισμένο του μοῦτρο. Κούνησε τὸ κεφάλι τοῦ πέρα δῶθε:
-Ὄχι. Σιούλα... Μὴ τὸ δώσεις, ἀδερφέ μου.
-Δὲν τὸ παίρνεις δηλαδή;
-Ἐγὼ τὸ παίρνω καὶ τὸ παραπαίρνω... Καὶ διάφορο θά ῾χω...
-Δὲν τ᾿ ἀφήνεις αὐτὰ τὰ γύφτικα τὰ παζάρια; Πόσα δίνεις;
-Ξέρω, εἶπε ἤρεμα, ἦταν μαθημένος νὰ τὸν λένε γύφτο - δὲν τὸν πείραζε. Ξέρω, Σιούλα, ποὺ δὲ θὰ πάρεις ἄλλο... Στενοχώριες, ἀναδουλειές, τὰ παιδιά... Μὰ μὴ τὸ δώσεις, ἀδερφέ μου, τὸ δίκαννο, δὲν τὸ ξαναπαίρνεις ὕστερα.
Ὁ γύφτος δὲν παζάρευε.
-Ξέρω... Ἤρθανε κι ἄλλοι ταμπάκοι, πολλοί, κακὸ πράμα. Ὅποιος τό ῾χε ἕνα μονάχο, ἐγὼ δὲν τὸ πῆρα... Χρόνια τρώω τὸ ψωμί σας, ὅλο μὲ τοὺς φουκαρᾶδες... Δῶστ᾿ το σ᾿ ἄλλον. Δὲν τὰ μολεύω τὰ χέρια μου...

Κατέβασε τὰ μάτια του, κατέβασε τὸ κεφάλι του. Ἕνας γύφτος τὸν εἶχε πεῖ φουκαρᾶ. Καὶ πὼς δὲν μολεύει τὰ χέρια μὲ τὸ δίκαννο τὸ δικό του. Δὲν ἤτανε γι᾿ αὐτό - μήτε τὸ σκέφτηκε. Ἀκόμα μία φορὰ μέσα στὴν ἴδια μέρα ξαναστοχαζότανε τώρα τὴν ἀδικία - κι ἀπὸ τὸ φοῦρνο τί δὲν ἔπαιρνες λίγο ψωμί; καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνεις τὰ παζάρια τὰ γύφτικα; Ἂν ὁ γύφτος δὲν ἔβγαζε τὰ καπνά του νὰ στρίψουν τσιγάρο, θά ῾φευγε κυνηγημένος τὴν ἴδια στιγμὴ - ντρεπότανε.
-Ἔχεις δίκιο, εἶπε σὲ λίγο χωρὶς νὰ σηκώσεις τὰ μάτια του. Ὕστερα τὰ σήκωσε καὶ τὸν κοίταξε. Καλὸς ἄνθρωπος εἶσαι, τοῦ ῾πε σὰ νὰ τοῦ τὸ χρώσταγε καὶ τοῦ χαμογέλασε. Κίνησε νὰ φύγει.
Ὁ γύφτος τὸν σταμάτησε.
-Ξέρω εἶπε πάλι... Δυσκολίες, ἀναδουλειές, τὰ παιδιά... Μὰ μὴ τὸ δώσεις τὸ ντουφέκι σου, ταμπάκος ἄνθρωπος. Θὰ μαραθεῖς.
Ἔβγαλε καὶ τοῦ ῾δωσε ἕνα κατοστάρικο.
-Ἅμα εἶναι, τὸ ξαναφέρνεις ...

Τὸ πῆρε. Τὸ πῆρε καὶ δὲν ἔνιωθε καμιὰ ντροπή. Τὸ κράταγε μέσα στὴ χούφτα του καὶ μία γλύκα περνοῦσε σ᾿ ὅλη του τὴν ψυχὴ ὡς τὸ κορμί του τὴν ἔνιωθε, σὰ μία ζέστα. Ὄχι ποὺ θὰ τὸ πήγαινε σπίτι. Πιὸ πολὺ γι᾿ αὐτὴ τὴ γνωριμιὰ τῶν ἀνθρώπων- πρώτη φορὰ στὴ ζωή του, τὴ γνωριμιὰ τῶν φουκαράδων, πού ῾πε κι ὁ γύφτος, πρώτη γνωριμιὰ τοῦ ἑαυτοῦ του- δὲν εἶσαι ἄδικος, ἐσὺ Σιούλα... Καθὼς περνοῦσε τοὺς δρόμους κατεβαίνοντας γιὰ τὰ ταμπάκια, κατιτὶς καινούριο, ζωντανὸ καὶ ζεστό, σὰν ἕνα φῶς ἔπαιζε μέσα του. Σχεδὸν χαρούμενο μέσα στὴν κατάμαυρη δυστυχία. Κάτι ποὺ δὲ μαραίνεται.


Εἶχε νυχτώσει πιὰ ὅταν πέρναγε τὸ δρόμο πού ῾χαν τ᾿ ἀργαστήρια τους οἱ ξυλᾶδες κι οἱ βαρελᾶδες. Ἄκουσε ποὺ φώναζαν τ᾿ ὄνομά του. Ἦταν ἕνας βαρελᾶς Μετσοβίτης -ἕνας ροδοκόκκινος, καταστρόγγυλος ἄνθρωπος μὲ φουσκωμένες τὶς πλάτες ἀπὸ τὸ σκύψιμο .
-Καλησπέρα.
-Καὶ γιὰ ποῦ βραδιάτικα μὲ τὸ δίκαννο;
-Νὰ μωρέ, ζάβωσε λίγο καὶ τὸ πῆγα στὸ γύφτο. Καλὸς ἄνθρωπος, εἶπε ξαφνικὰ χωρὶς νὰ τὸ θέλει.
-Δὲν τὸν ξέρω, εἶπε ὁ βαρελᾶς. Καὶ τί μᾶς ἔφταιξε ἐμᾶς; Ἔλα νὰ πιεῖς μία ρακή.
Ποτές του δὲν εἶχε μπεῖ σ᾿ αὐτὸ τὸ κρασοπουλειό - χάνι καὶ κρασοπουλειὸ μαζί, ποὺ πηγαῖναν οἱ ξυλάδες, οἱ βαρελᾶδες, φαμελῖτες νοικοκυραῖοι, φουκαρᾶδες τῆς γειτονιᾶς καὶ χωριάτες ποὺ νυχτώθηκαν στὴν πόλη. Ὁ βαρελᾶς πέρασε τὸ ρακὶ κι ἄρχισε κι ἔλεγε γιὰ τὶς ἀναδουλειὲς καὶ τὰ βάσανα.
-Κι ἐσεῖς δὲν εἶστε καλά, εἶπε σὲ μία στιγμή.
-Ὄχι, δὲν εἴμαστε καλά, ἀποκρίθηκε αὐτὸς καὶ δὲν ντρεπόταν καθόλου ποὺ τό ῾πε. Δὲν εἴμαστε καλά.
-Καὶ τί θὰ κάνετε;
-Δὲν ξέρω... Κανένας δὲν ξέρει...
-Κακὸ πράμα, εἶπε ὁ βαρελᾶς.

Αὐτὸς δὲν τὸν ἄκoυγε πιά. Ἔνιωθε μέσα του κείνη τὴν ὥρα σὰν ἕνα ξεχείλισμα καὶ τίποτα ἄλλο δὲν ἤθελε παρὰ νὰ σηκωθεῖ καὶ νὰ τοὺς κεράσει ὅλους ἐκεῖ μέσα, τοὺς βλάχους, τοὺς γύφτους, τοὺς χωριάτες, τοὺς φουκαρᾶδες, ὅλους. Δὲν ἔκαμε τίποτα τέτοιο. Κέρασε κι αὐτὸς ἕνα ρακὶ τὸ βαρελᾶ του καὶ τὸν καληνύχτισε πρόσχαρα.
-Καλὸς ἄνθρωπος εἶναι κι αὐτός, τὸ ῾λέγε καὶ τὸ ξανάλεγε μέσα του, νὰ τὸ νιώσει, νὰ τὸ χορτάσει. Καλὸς ἄνθρωπος - μὰ ποῦ στὸ διάολο κρύβονταν ὅλοι τους;

Μπαίνοντας στὸ δρόμο τῶν ταμπάκικων, βρέθηκε μπροστὰ σ᾿ ἕνα ἀπ᾿ τὰ κουτσούβελα τὰ δικά του. Τὸ φώναξε κοντά, τοῦ ῾δωσε κρυφὰ λεφτὰ νὰ τὰ δώσει στὴ μάνα του, τοῦ ῾δωσε καὶ τὸ ντουφέκι. Ντρεπότανε νὰ πάει μονάχος του. Κι οὔτε πῆγε ὡς ἀργὰ τὴ νύχτα, ὅταν σιγουρεύτηκε πιὰ πὼς ἐκείνη πλάγιασε καὶ κοιμήθηκε. Ἔπεσε δίπλα της στὸ στρῶμα, οὔτε κείνη μίλησε, οὔτε αὐτός, οὔτε σάλεψαν.


Πρὶν ἀπ᾿ τὸ χάραμα σηκώθηκε. Πατώντας στὰ νύχια πῆρε πάλι τὸ δίκαννο καὶ κατέβηκε. Ἐκείνη οὔτε σάλεψε πάλι. Αὐτὸς μπῆκε στὸ καραβούλι καὶ τράβηξε γιὰ τὴ Μεγάλη Βαθειά - ἔτσι τὸ λέγανε τ᾿ ἀνοιχτὸ μέρος τῆς λίμνης. Ἐλαμνε κατὰ τὶς καλαμιές, χώνοντας βαθιὰ τὰ κουπιὰ στὸ νερὸ - βιαζότανε.

Ὅταν γύρισε πίσω εἶχε φέξει πιὰ γιὰ καλά., Μία κρύα φωτεινὴ χειμωνιάτικη μέρα. Στὴν πόρτα, στ᾿ ἀργαστήρια στάθηκε κι ἔβαλε μία φωνή. Τὰ παιδιὰ κατεβῆκαν καὶ θάμαζαν τὸ πλούσιο κυνήγι. Ξεκρέμασα ἀπ᾿ τὴν πλάτη του τὸ δίκαννο καὶ τοὺς τό ῾δωσε, τοὺς ἔδωσε καὶ τρία παπιά.
-Δῶστε τα στὴ μάνα σας, τοὺς εἶπε μόνο.

Ξανάφυγε μὲ καμιὰ δεκαριὰ πουλιὰ στὰ χέρια του κι οὔτε γύρισε νὰ κοιτάξει κατὰ τὸ σπίτι. Ἤξερε πὼς πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι ἦταν τὰ δάκρυά της. Καὶ τράβηξε γραμμὴ κατὰ τὸ παζάρι, μέσα ἀπ᾿ τὰ ταμπάκικα, μπροστὰ ἀπ᾿ τὰ ἀργαστήρια, στητός, χτυπώντας βαριὰ τὰ ποδήματά του...

-Ἔτσι πῆγε κάποτε ὁ πρῶτος ταμπάκος καὶ στάθηκε στὸ παζάρι καὶ πούλησε τὸ κυνήγι του - ὕστερα πήγανε κι ἄλλοι. Πίσω του ἐκείνη τὴ μέρα οἱ σάλπιγγες τῶν νέων καιρῶν γκρεμίζαν ἀπὸ θεμέλια τὰ τείχη τῆς ταμπάκικης Ἱεριχῶς μέσα σὲ πανδαιμόνιο ἀπ᾿ οὐρλιαχτὰ μηχανῶν. Κόντευε ἡ ἄνοιξη καὶ πάνω ἀπ᾿ τὴ λίμνη κοπάδια ἀγριόχηνες τραβούσανε πιὰ γιὰ ψηλότερα. Σὰν τρομαγμένα κι αὐτά...

Δημήτρης Χατζής, Το τέλος της μικρής μας πόλης
συνέχεια »

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Τα δικαιώματά μας και τα βραβεία τους...

Σήμερα στις 10 Δεκεμβρίου,  το καλεντάρι του Ο.Η.Ε. δείχνει ότι η μέρα είναι  αφιερωμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα. Ο Ο.Η.Ε. , μια εταιρεία που οι βάσεις της μπήκανε στην διάσκεψη της Τεχεράνης το 1943 και δημιουργήθηκε  για να προασπίσει την παγκόσμια ειρήνη . Δημιουργοί της ήταν ο Τσόρτσιλ που αιματοκύλησε την Αθήνα τον Δεκέμβρη του'44, ο Στάλιν που...όνομα και μη χωριό και ο Ρούζβελτ  ο πρόεδρος της χώρας που μετά από λίγο έκανε πυρηνική δοκιμή πάνω σε ανθρώπους. Στον Ο.Η.Ε. λοιπόν συνεισφέρουν όλοι οι "μικροί" του κόσμου πιστεύοντας, ότι όταν έρθει η "ώρα τους " θα τους υποστηρίξει  χωρίς όμως να έχουν λόγο στις αποφάσεις του· εν αντιθέσει με τους "μεγάλους" που παρ' όλο που χρωστάνε δισεκατομμύρια  κρατάνε για πάρτη  τους τα συμβούλια ασφαλείας στα οποία και φυσικά αποφασίζουν κατά το δοκούν.
 Στην οικουμενική διακήρυξη για τα ανθρώπινα δικαιώματα του 1948 (που τη μέρα τους γιορτάζουμε σήμερα) , στο άρθρο 22 λέει ότι : Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην κοινωνική προστασία. Πρέπει να απολαμβάνει τα οικονομικά , κοινωνικά, και πολιτιστικά δικαιώματα για την αξιοπρέπεια και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του και τα οποία  πρέπει να του παρέχονται με εθνική πρωτοβουλία και διεθνή συνεργασία.
 Στο 23 λέει ότι κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην εργασία και δίκαιη αμοιβή που θα του εξασφαλίζει μια ζωή σύμφωνη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια .
 Στο 25 λέει ότι κάθε άνθρωπος δικαιούται ένα βιοτικό επίπεδο,  ικανό να του εξασφαλίσει υγεία και ευημερία και προπάντων τροφή, ενδυμασία , στέγη, ιατρική περίθαλψη , κοινωνικές υπηρεσίες,και ασφάλιση για την ανεργία , την ασθένεια , την αναπηρία, την χηρεία , το γήρας .
 Στο 28 λέει ότι κάθε άνθρωπος δικαιούται μία κοινωνική και διεθνή τάξη πραγμάτων , μέσα στην οποία θα μπορούν να υλοποιηθούν απόλυτα τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του.
 Στο 30 λέει ότι : Κανένα σημείο στη Διακήρυξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι παρέχει σε οποιοδήποτε κράτος , ομάδα ή άτομο το όποιο δικαίωμα να συμμετέχει σε οποιαδήποτε ενέργεια ή να τελεί οποιαδήποτε πράξη με σκοπό την καταπάτηση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που εξαγγέλλονται εδώ.
  Η Ευρωπαϊκή Ένωση ως υπερκράτος-θεσμός  που δημιουργήθηκε ή τουλάχιστον έτσι μας είπανε για να είναι θεματοφύλακας όλων των παραπάνω   τα καταπατάει με τον πιο βάναυσο τρόπο. Έρχεται σήμερα μία ομάδα πέντε (5) πολιτικών της Νορβηγίας ( το συμβούλιο που κάνει τις επιλογές των βραβείων), να της απονείμει το βραβείο Nobel ειρήνης. Ο λαός της Νορβηγίας,  σε δύο δημοψηφίσματα το 2002 και το 2005,  απέρριψε την θέληση του πολιτικού της κατεστημένου το οποίο  ήθελε να εντάξει την χώρα τους στην Ε.Ε. , η πολιτική της ελίτ όμως  βραβεύει έναν θεσμό ως θεματοφύλακα και προαγωγό της ειρήνης · αυτόν που έχει κηρύξει τον οικονομικό πόλεμο στους μισούς τουλάχιστον πολίτες της.
 Να χαιρόμαστε λοιπόν την Ευρωπαϊκή πορεία και την συμμετοχή μας σ' αυτήν τη συμμορία των λύκων  και όλα τα κόμματα που την υποστηρίζουν.

Υ.Γ. Το Nobel ειρήνης δίνετε από την Νορβηγία ενώ τα υπόλοιπα από την Σουηδία γιατί τον καιρό που γράφτηκε η διαθήκη του Nobel τα δύο αυτά κράτη ήταν υπό ένα στέμμα     
συνέχεια »

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

5 Δεκέμβρη 1960, η δίκη των 21 απεργών οικοδόμων




1 Δεκέμβρη 1960. Σύλληψη απεργού 
οικοδόμου από την αστυνομία




Στις 5 Δεκεμβρίου 1960 άρχισε στο τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών η δίκη των 21 οικοδόμων, που κατηγορήθηκαν από την Ασφάλεια σαν υπαίτιοι των αιματηρών γεγονότων στην πολύ μεγάλη απεργιακή συγκέντρωση των οικοδόμων την 1η του Δεκέμβρη στο Εργατικό Κέντρο της Αθήνας.

Το κατηγορητήριο αναφέρει «ότι από κοινού εξετέλεσαν:

1) εκ προθέσεως σωματικήν κάκωσιν και βλάβην της υγείας κατά των αστυνομικών

2) μετεχειρίσθησαν σωματικήν βίαν για να εξαναγκάσουν την Αστυνομίαν να παραλείψη πράξεις και καθήκοντα και

3) εκ προθέσεως κατέστρεψαν ξένα αντικείμενα».

Πριν καλά-καλά αρχίσει η δίκη και σ’ όλη τη διάρκειά της ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις είχαν γεμίσει την αίθουσα και τους διαδρόμους δημιουργώντας έτσι μια ζοφερή ατμόσφαιρα αστυνόμευσης.
«Η αστυνομική αυτή δραστηριότης και το γεγονός ότι οι τραυματισθέντες αστυνομικοί διόρισαν τέσσερις δικηγόρους ως Πολιτική Αγωγή για ικανοποίησή τους λόγω ψυχικής οδύνης, απεκάλυπτε πλήρως τον σκοπό της Αστυνομίας να μην ερευνηθούν τα αίτια της απεργίας των οικοδόμων και τα συνταγματικά δικαιώματα των απεργών για συγκέντρωση και ομαδική διατύπωση των αιτημάτων των, και ποιος επροκάλεσε τα αιματηρά επεισόδια, αλλά να περιορισθή η δίκη και να μετατεθή η υπόθεσις σε μια δήθεν διαφορά και χωρίς λόγο συμπλοκή και επίθεση των απεργών κατά της Αστυνομίας».

Σ’ αυτό όμως αντέδρασαν σθεναρά οι κατηγορούμενοι και οι υπερασπιστές τους δικηγόροι σ’ όλη τη διάρκεια της δίκης που κράτησε δέκα τρεις μέρες και«διεξήχθη  υπό του Δικαστηρίου με πλήρη δικονομική άνεση, [οι δικηγόροι]απεκάλυψαν και απέδειξαν πλήρως τα δίκαια των απεργών οικοδόμων και τον εμπαιγμό τους από την Κυβέρνηση και τον υπουργό Εργασίας κ. Δημαράτο (που ήτο υπουργός Εργασίας και κατά την φασιστικήν δικτατορίαν του Μεταξά 1936-1940) και την προμελετημένη επίθεση της Αστυνομίας κατά των συγκεντρωθέντων οικοδόμων για να τους διαλύσουν και το ότι πρώτοι επετέθησαν οι αστυνομικοί με γκλομπς και περίστροφα τραυματίσαντες άνω των 30 οικοδόμων σοβαρώς εκ των οποίων 4 δια σφαιρών περιστρόφου και ότι εν συνεχεία η Αστυνομία έκαμε χρήσιν μηχανική του τμήματος και δακρυγόνων και καπνογόνων βλημάτων και ότι οι απεργοί οικοδόμοι αμυνόμενοι εναντίον αυτής της παρανόμου, αγρίας και δολοφονικής επιθέσεως της αστυνομίας έσπασαν τις πλάκες των πεζοδρομίων και ελιθοβόλουν τους αστυνομικούς τους αστυνομικούς και εκ του αμυντικού αυτού λιθοβολισμού ετραυματίσθησαν οι αστυνομικοί».
Από κείμενο  με τίτλο, «Η δίκη των οικοδόμων» και το κατηγορητήριο. Α.Σ.Κ.Ι. Αρχείο ΕΔΑ. («Όταν η οργή ξεχειλίζει…», Αθήνα 2006)

Αυτοί είναι πολυθρύλητοι  αγώνες που έδιναν οι οικοδόμοι των προηγούμενων δεκαετιών για να κατοχυρωθούν δικαιώματα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα και που γι' αυτό μας τα παίρνουν πίσω με τόση ευκολία. 
συνέχεια »

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Στην πιάτσα των κτιστών (με τα μάτια ενός παιδιού)



Οι οικοδόμοι της Αθήνας είχαν ανέκαθεν ως σημεία συνάντησης, τις λεγόμενες «πιάτσες»,  συνήθως καφενεία πέριξ της πλατείας Ομονοίας. Η κάθε ειδικότητα είχε  τη δική της πιάτσα. Εκεί πολύ νωρίς το πρωί, πριν χαράξει η μέρα μαζεύονταν οι μάστορες και οι εργάτες. Άλλοι για να πιούν ένα καφέ και να δουν δυο φίλους πριν κινήσουν για το μεροκάματο, άλλοι για να βρουν το μεροκάματο. Από την πιάτσα θα περάσουν ο εργολάβος, ο ιδιοκτήτης ή ο εργοδηγός, όλοι για τον ίδιο λόγο. Εδώ θα βρουν τεχνίτες  και εργάτες να δουλέψουν στο γιαπί.

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 και αρχές του ΄80 οι μπετατζήδες είχαν για πιάτσα το καφενείο «η συνάντηση» στην πλατεία Κοτζιά. Οι σιδεράδες σύχναζαν στον «Μεγαλέξανδρο»,στην γωνία της οδού Πειραιώς, στην Ομόνοια.

Οι σοβατζήδες στο «Αθήναιον», «που συχνάζουν άντρες της σκληρής δουλειάς και της σκληρής ζωής, από τα ξημερώματα…»* επίσης στην πλατεία Ομονοίας. Οι μπογιατζήδες μαζευόντουσαν στην οδό Βερανζέρου. Οι μωσαϊκοί-μαρμαράδες στο υπόγειο καφενείο της οδού Αιόλου στα Χαυτεία δίπλα στο ταχυδρομείο.

Παράλληλα σαν πιάτσες μικρότερου βεληνεκούς λειτουργούν κι άλλα καφενεία: «το στέμμα» στην οδό Σατωβριάνδου, «η Πίνδος» και «η Ζίτσα» στην οδό Βερανζέρου και άλλα, όλα γύρω από την πλατεία Ομονοίας. 

Στη γωνία της οδού Δώρου επί της πλατείας Ομονοίας, στο ισόγειο του ξενοδοχείου «Κάρλτον», βρισκόταν από το 1920 το ιστορικό καφενείο «ΝΕΟΝ». Εδώ είναι η πιάτσα των κτιστών.


«Πρόσοψη του καφενείου «Νέον» της πλατείας Ομονοίας.
(Φωτογραφία της δεκαετίας του ΄20)».

Φωτογραφία και λεζάντα από το βιβλίο του Γιάννη Παπακώστα: «Φιλολογικά σαλόνια και καφενεία της Αθήνας», δεύτερη έκδοση, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 1991


Ήμουν δεκατριών όταν ο πατέρας μου με πήγε εκεί για πρώτη φορά. Μέσα στη νύχτα περπατήσαμε τη διαδρομή από το τέρμα του λεωφορείου στην πλατεία Βάθη μέχρι την Ομόνοια. Πεντέμισι το πρωί και οι δρόμοι ήταν άδειοι. Ώσπου φτάσαμε στην πλατεία. Κόσμος πολύς συγκεντρωμένος έξω από το «Νέον», μια παραφωνία σε σύγκριση με την ερημιά της διαδρομής. Ο πατέρας μου χαιρέτησε πολλούς συναδέλφους του μέχρι να φτάσουμε στην είσοδο του καφενείου.

Φάνταζε τεράστιο στα μάτια μου. Αχανές. Μου έκαναν εντύπωση το βουητό από τις φωνές του κόσμου που ήταν σαν από μελίσσι και τα αμέτρητα, ασφυκτικά γεμάτα μαρμάρινα τραπέζια μολονότι η ώρα δεν ήταν ούτε έξι. Οι τοίχοι από λαδομπογιά που είχαν κιτρινίσει με το πέρασμα του χρόνου, καλύπτονταν σε διάφορα σημεία από μεγάλους καθρέφτες και τα ταβάνια του στέκονταν πολύ ψηλά γεμάτα ανάγλυφες παραστάσεις. Ένας μεγάλος θορυβώδης ανεμιστήρας ανάμεσα στη τζαμαρία προσπαθούσε να διώξει τον καπνό από τα τσιγάρα των θαμώνων. 

Θαμώνες στο καφενείο "Νέον" στην Ομόνοια.
Φωτογραφία του Ανδρέα Μπέλια από το βιβλίο του Γ.Ιωάννου,
Ομόνοια 1980, εκδόσεις Κέδρος, 1987

Οι σερβιτόροι κρατώντας τις βαριές παραμάνες**σέρβιραν με νευρικές κινήσεις τους βιαστικούς οικοδόμους. Είχαν τους καφέδες (ελληνικούς) έτοιμους κατά δεκάδες και άδειαζαν τους δίσκους, ρωτώντας για τη ζάχαρη, εν ριπή οφθαλμού. Ήξεραν πως οι πελάτες τους δεν είχαν πολύ χρόνο για χάσιμο. Έναν καφέ στα γρήγορα και στο δρόμο για το γιαπί. Οι λιγότερο «ψύχραιμοι» έπαιρναν ένα κονιάκ ή μια μπύρα.

Με τον καιρό κατάλαβα ότι οι σερβιτόροι ήταν συνήθως οι ίδιοι, γνώριζαν τους περισσότερους οικοδόμους με τα μικρά τους ονόματα και ακουμπούσαν τον καφέ και το νερό στο τραπέζι χωρίς πολλά-πολλά (καλημέρα Χρήστο). Επίσης πολλοί οικοδόμοι είχαν το «δικό τους» τραπέζι και τους έβλεπες σχεδόν πάντα εκεί.

Όλη αυτή η κίνηση δεν κρατούσε παραπάνω από μία ώρα. Όταν το ρολόι έδειχνε εξήμιση η τεράστια αίθουσα του «Νέον» άδειαζε από τον πολύ κόσμο. Αυτοί που έμεναν πίσω ήταν όσοι δεν βρήκαν μεροκάματο και δεν είχαν λόγο να βιαστούν να γυρίσουν στο σπίτι ή άλλοι θαμώνες άσχετοι με την οικοδομή.

Απέναντι από το «Νέον» υπάρχει η στοά Πιγκουίνου που συνδέει την πλατεία Ομονοίας (από την οδό Δώρου) με την Πατησίων. Μέσα στη στοά, ανεβαίνοντας τη σκάλα ενός κτιρίου, υπήρχε το «πατάρι», ένα μικρό καφενεδάκι, από αυτά που υπήρχαν στον ημιώροφο πολλών πολυκατοικιών της Αθήνας, που συγκέντρωνε επίσης οικοδόμους-κτίστες. Στο πατάρι μπορούσαν οι συνάδελφοι ν’ αφήνουν για φύλαξη τις βαριές τσάντες με τα εργαλεία τους. 


Γιάννη Τσαρούχη: Καφενείο το "Νέον" (νύχτα) 1965-1966

Ειδικά αυτοί που δεν είχαν δικό τους μεταφορικό μέσο και δεν εύρισκαν δουλειά, άφηναν την τσάντα τους, αφού και την επόμενη μέρα πάλι στην πιάτσα θα κατέβαιναν. Ο μικρός του καφενείου συγκέντρωνε πολλές τσάντες σε μια γωνιά του μαγαζιού και καρφίτσωνε πάνω τους χαρτάκια με το όνομα του κάθε οικοδόμου. Τσάντες άφηναν οι κτίστες και στο «Νέον».

Η φύλαξη όμως (και στα δύο καφενεία) ήταν υποτυπώδης και ελλιπής. Πολλές φορές χάνονταν τσάντες ή εργαλεία μέσα από αυτές και πως να διαμαρτυρηθεί ο συνάδελφος όταν το καφενείο εξυπηρέτηση του έκανε και μάλιστα δωρεάν. Έτσι το 1977-78 το Σωματείο Κτιστών Αθηνών πήρε απόφαση και νοίκιασε μια αποθήκη στο υπόγειο του κτιρίου που βρισκόταν το «πατάρι».

 Ένας συνταξιούχος κτίστης ανέλαβε αποθηκάριος και η φύλαξη πια γινόταν υπεύθυνα και με ασφάλεια. Εκεί οι οικοδόμοι άφηναν τις τσάντες τους έναντι ενός συμβολικού αντιτίμου πέντε δραχμών, για να βγαίνουν και τα έξοδα του ενοικίου και του φύλακα. Αυτή η αποθήκη λειτούργησε για περίπου δύο χρόνια.

Μέσα στη στοά Πιγκουίνου  υπήρχαν μεταξύ άλλων δύο τυροπιτάδικα, το ένα εκ των οποίων φημίζονταν για τη μπουγάτσα Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα ισχυρό «κίνητρο» πριν πας στη δουλειά, να περάσεις χαράματα απ’ την πιάτσα και ν’ απολαύσεις μια γλυκιά αχνιστή μπουγάτσα από τα χέρια του κ. Στέφανου, μάστορα του μαγαζιού.

Έξω από το "Νέον". Δεξιά διακρίνεται η στοά Πιγκουίνου.
Φωτογραφία του Ανδρέα Μπέλια,
από το βιβλίο του Γ.Ιωάννου Ομόνοια 1980,
Εκδόσεις Κέδρος, 1987

Συνήθως αυτοί που ήταν μέσα στο «Νέον», ήταν αυτοί που είχαν εξασφαλίσει δουλειά. Ερχόντουσαν όμως κάθε μέρα για να μην ξεκόψουν από την πιάτσα. Όσοι στέκονταν έξω από το καφενείο (και ήταν πολλές φορές εκατοντάδες) ήταν αυτοί που αναζητούσαν το μεροκάματο. Οι περισσότεροι στέκονταν όρθιοι, μοναχικοί ή σε «πηγαδάκια» έχοντας την πάνινη τετράγωνη τσάντα με τα εργαλεία μπρος στα πόδια τους. Άλλοι ήταν καθιστοί στα παρτέρια της πλατείας και κάπνιζαν ή έτρωγαν μια ζεστή τυρόπιτα.

Όλοι όμως ήταν σε «επιφυλακή» και κάλυπταν με το βλέμμα τους κάθε σπιθαμή της πλατείας, κάθε σημείο από το οποίο θα μπορούσε να φτάσει ο εργολάβος. Όπως ο κυνηγός στήνει καρτέρι στο θήραμά του. Μόνο που εδώ οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί. Ο εργολάβος είχε το πάνω χέρι και την ευχέρεια της επιλογής.

 Μπορούσε κανείς να διακρίνει έναν εκνευρισμό, μια αγωνία στην προσμονή αυτών των ανθρώπων. Όταν κατέφθανε ο εργολάβος που αναζητούσε «χέρια», σχηματιζόταν γύρω του ένα σμάρι από άντρες που σπρώχνονταν για να φανούν καλύτερα.  

Αυτός, αν δεν είχε κάποιον γνωστό του στην πιάτσα να του υποδείξει (πάρε αυτόν!), «σάρωνε» με το βλέμμα του τον κάθε υποψήφιο από την κορυφή ως τα νύχια. Έπρεπε να διαλέξει τον καλύτερο, τον πιο δυνατό. Κι ύστερα να τα βρουν στο μεροκάματο (λοιπόν, πόσο πάει;). Ήταν ένα ελεύθερο παζάρι που γινόταν ανάμεσα σε αυτόν που πουλά την τέχνη ή τη δύναμή του και σ’ αυτόν που πληρώνει.

Η πλατεία Ομονοίας τη δεκαετία του ΄60.
Καρτ-ποστάλ εποχής

 Ένα παζάρι που είχε όμως έναν άγραφο κανόνα. Να’ χεις καλό όνομα στην πιάτσα, να σε ξέρουν. Να είσαι δουλευτής, τίμιος και μπεσαλής. Αν δεν τηρούσες αυτές τις προδιαγραφές, εύκολα γινόσουν το «μαύρο πρόβατο» γι αυτούς που σε ήξεραν. Και σιγά-σιγά σε μάθαιναν όλοι.

 Υπήρχαν πάντα κάποιοι οικοδόμοι στην ίδια θέση έξω από το «Νέον», με τα εργαλεία τους, για πολλές εβδομάδες και ενώ άλλοι συνάδελφοί τους έβρισκαν δουλειά, αυτοί ήταν πάντα εκεί. Είχαν κακό όνομα στην πιάτσα και οι εργολάβοι τους ήξεραν και τους απέφευγαν.

Όταν λοιπόν ο εργολάβος έκανε την επιλογή του και οι «τυχεροί» συνάδελφοι, χαμογελαστοί τον ακολουθούσαν, η απογοήτευση και το άγχος κυρίευαν αυτούς που έμεναν πίσω. Κοίταζαν το ρολόι τους και ήξεραν πως όσο περνάει η ώρα, τόσο λιγοστεύουν οι πιθανότητες για δουλειά αυτή τη μέρα.

Μια αξιοπρέπεια υπήρχε στα πρόσωπά τους, μια υπερηφάνεια στο στήσιμο του κορμιού τους. Δεν παρακαλούσαν για το μεροκάματο. Το «διεκδικούσαν» ο καθένας με τη δική του αξία, έχοντας πίστη στα χέρια τους. Κι αν σήμερα δε βρέθηκε κάτι, ξέρουν πως αύριο είναι μια άλλη μέρα…

Ήταν μια εποχή που κάθε εικόνα, κάθε γεύση ή μυρωδιά, άφηναν βαθιά αποτυπώματα στο νου και την ψυχή. Ίσως η αιτία να ήταν  τα πρώτα επαγγελματικά βιώματα στα χρόνια της άγουρης νιότης. Ίσως πάλι εκείνη η εποχή να έκρυβε μια αθωότητα που χάθηκε στην πορεία ως το σήμερα.


* Γιώργος Ιωάννου, «Ομόνοια 1980», εκδόσεις Κέδρος, 1987.
** Παραμάνα: στη γλώσσα των σερβιτόρων, ο δίσκος σερβιρίσματος μεγάλων διαστάσεων και χωρητικότητας, δύσκολος στη μεταφορά του.
συνέχεια »

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Ρόζα Παρκς: Η γυναίκα- σύμβολο στον αγώνα κατά του ρατσισμού στις ΗΠΑ



Ήταν 1 Δεκεμβρίου του 1955 όταν η Aφροαμερικανίδα Ρόζα Παρκς αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σ’ έναν λευκό άντρα, με αποτέλεσμα να συλληφθεί. Αυτή η πρωτοφανής κίνηση για την εποχή, έμελλε να σημαδέψει τον αγώνα των μαύρων για ίσα δικαιώματα στις ΗΠΑ. 
Η 42χρονη μοδίστρα από το Μοντγκόμερυ της Αλαμπάμα έπειτα από μία μέρα στη δουλειά, επιβιβάστηκε σε λεωφορείο στο κέντρο της πόλης και κάθισε στην πρώτη σειρά των θέσεων που προορίζονταν για τους «μαύρους» πολίτες. Σύμφωνα με το νόμο για το φυλετικό διαχωρισμό, ο οποίος ίσχυσε μέχρι το 1956, οι θέσεις των μαύρων επιβατών βρίσκονταν στο πίσω μέρος του λεωφορείου και χωρίζονταν από εκείνες των λευκών με μια κενή σειρά. Όταν το λεωφορείο γέμισε και έμειναν όρθιοι τέσσερις λευκοί, ο οδηγός Τζέιμς Μπλέικ, απαίτησε να αδειάσει η πρώτη σειρά του «έγχρωμου τομέα», στην οποία καθότανε η Παρκς και να μείνει κενή. Ενώ οι έγχρωμοι συνεπιβάτες της συμμορφώθηκαν στη διαταγή του οδηγού, η Παρκς εναντιώθηκε και παρέμεινε στη θέση της με αποτέλεσμα εκείνος να καλέσει την αστυνομία κι εκείνη να συλληφθεί.

Η ακτιβίστρια κοινωνικών δικαιωμάτων και γραμματέας του παραρτήματος NAACP, της Εθνικής Ενώσεως για την Πρόοδο των Έγχρωμων Ανθρώπων, σημειώνει για το συμβάν στην αυτοβιογραφία της με τίτλο «Η ιστορία μου», «Ο κόσμος λέει ότι δεν παραχώρησα τη θέση μου γιατί ήμουν κουρασμένη, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν σωματικά κουρασμένη ούτε περισσότερο κουρασμένη απ’ όσο ήμουν συνήθως στο τέλος μιας ημέρας στη δουλειά. Όχι, η μόνη κούραση που είχα, ήταν αυτή του να υποχωρώ».
Μετά την αποφυλάκισή της, στις 5 Δεκεμβρίου, αποφασίστηκε να διεξαχθεί μποϊκοτάζ στα λεωφορεία του Μοντγκόμερυ με επικεφαλής την οργάνωση Montgomery Improvement Association (MIA) και τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, που εκείνη την περίοδο ήταν ακόμη πάστορας σε εκκλησία της πόλης. Ύστερα από το μποϊκοτάζ που κράτησε περισσότερο από ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1956 το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κήρυξε αντισυνταγματικό το νόμο για το φυλετικό διαχωρισμό.
Η Ρόζα Παρκς, αν και δεν ήταν η πρώτη που αντέδρασε σε τέτοια φαινόμενα ρατσισμού, η πράξη της οδήγησε σε μία από τις πρώτες νίκες του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ κι εκείνη έμεινε στην ιστορία ως τη «Μητέρα του σύγχρονου κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων». Το 1996 της απονεμήθηκε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, ενώ το 1999 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Κογκρέσου για τον αγώνα της κατά του ρατσισμού. Η Ρόζα Παρκς πέθανε σε ηλικία 92 ετών, το 2005, και ήταν η πρώτη γυναίκα η σορός της οποίας εξετέθη σε λαϊκό προσκύνημα στο Καπιτώλιο.
συνέχεια »

Να γιατί ο ντόρος για το έπος του πολυτεχνείου...

Γιατί τόσος ντόρος για το «έπος του Πολυτεχνείου ?
Ναι , υπήρξε μία θαρραλέα δημοκρατική εκδήλωση της Νεολαίας …
Ναι τιμώ ειλικρινά την πρωτοβουλία των νέων …
Αλλά !!!
Όλοι γνωρίζουν για την πολιτική εκμετάλλευση της ψευτοαριστεράς .
Όλοι γνωρίζουν ότι δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας.
Όλοι γνωρίζουν ότι δεν έριξε την Δικτατορία το «έπος » …
Όλοι γνωρίζουν ότι τη δυνάμωσε και ώθησε πολλούς αξιωματικούς απογοητευμένους από την 1η δικτατορία, να συσπειρωθούν γύρω από τον Ιωαννίδη και έτσι επιβλήθηκε μια χειρότερη δικτατορία...
Ναι ρε Χρήστο, στην πραγματικότητα αυτό το «έπος» δημιούργησε μόνο «ήρωες και ηρωίδες» τύπου Μελίνας… που μιά που είσαι εκεί που είσαι … το έπαιξε Πασιονάρια… και τύπου Μαρίας ... που με μια εκφώνηση στο ραδιόφωνο κατέχουν από μια περίλαμπρη θέση στο πάνθεον των ηρώων της νεώτερης ελληνικής ιστορίας . Η Μαρία φαντάζομαι γνωρίζεις ότι αμείβεται με μόνο 560 χιλιάδες ευρώ το χρόνο !!! Θα συνεχίσω με ηγετικά στελέχη της εξέγερσης … Ανδρουλάκη, Λαλιώτη και θα σταματήσω γιατί δεν ξέρω πόσους ακόμη μπορώ να χωρέσω στο σχόλιό μου …
Ναι Χρήστο … αυτοί ξεκίνησαν την πολιτική αθλιότητα !!!
Αυτοί για εφτά χρόνια λούφαζαν, και ξαφνικά έγιναν αντιστασιακοί , και το «έπος » έγινε ένα το ισχυρό τους άλλοθι !!!
Και ναι … χαίρομαι που επιτέλους ένα έπος ελάχιστα επικό, ξεφούσκωσε σιγά-σιγά …

ΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ …
Θα αντιπαραθέσω στοιχεία … την υπ’ αριθμόν 33437 αναφορά της συγκλήτου, την μαρτυρία του πρύτανη Ε.Μ.Π. Κονοφάγου , τις συντάξεις που παρέμειναν αζήτητες ,τη μαρμάρινη πλάκα του Παπανδρέου στο χώρο ..."της θυσίας" με τα δεκαοκτώ ονόματα φοιτητών που έδωσαν την ζωή τους 1941-1944" ελλείψει, ευτυχώς, θυμάτων στο χώρο" της θυσίας" και την "θλιβερή" ιστορία της Ηλένια …
Όλοι γνωρίζουν ότι τα θύματα των γεγονότων του Νοεμβρίου 1973, που όλα τους σκοτώθηκαν έξω και μακριά από το Πολυτεχνείο κατά το τριήμερο των συγκρούσεων είναι συνολικώς δώδεκα … και ευτυχώς που ο τότε δήμαρχος Ζωγράφου Δ. Μπέης έλεγε μαλακιές που βεβαίωνε με μεγαλειώδη σοβαρότητα ότι οι νεκροί ήταν τόσοι πολλοί ώστε η χούντα τους έθαψε σε ...ομαδικούς τάφους με μπουλντόζες έξω από το νεκροταφείο του Ζωγράφου…

 Δράτωντας την ευκαιρία από το παραπάνω σχόλιο του Χ. Γιανακούδη  στο άρθρο του "apo sponta" Χ. Ρίζου "Ο κόσμος σου είναι ότι μπορείς και ότι αντέχεις" , ας κουβεντιάσουμε λίγο.

  Κατ' αρχήν ας αφήσουμε απ' έξω τις μεγαλειώδεις και μεγαλοπρεπείς  τηλεοπτικές   ταμπέλες τύπου "έπος" . Καμία σοβαρή ιστορική αναφορά δεν το χαρακτηρίζει έπος και επειδή Χριστόδουλε ανέφερες ιστορικά στοιχεία, ας μείνουμε σ' αυτό το επίπεδο και ας μην κατρακυλήσουμε στο τί λέει η τηλεόραση. 

  Γεγονότα του Πολυτεχνείου , ονομάζουμε  "την αναταραχή"  που έλαβε χώρα  στην Αθήνα όλη εκείνη την εβδομάδα του Νοεμβρίου, με επίκεντρο τον χώρο της Πολυτεχνικής σχολής του Μετσόβιου.  Οπότε τα θύματα που δεν ήταν κατ΄ανάγκη μέσα στο "χώρο" γιατί πρέπει να τα αφήσουμε έξω από την καταμέτρηση; ( πόσο ψυχρή λέξη). Μήπως δεν δολοφονήθηκαν από τις δυνάμεις καταστολής ενός επιβεβλημένου καθεστώτος;. Η μήπως η αξία ενός αγώνα των νέων ή ενός λαού για να κερδίσει την αξιοπρέπεια και την ελευθερία του μετριέται με τον αριθμό των νεκρών και σε πιο στενό σκοτώθηκαν; Δεν είναι αστείο, αντί να κάνουμε σημαία τον αγώνα της προηγούμενης γενιάς ενάντια στα δικά μας δεινά , να καθόμαστε και να ερίζουμε για αριθμούς και τοποθεσίες;
  Στο "Πολυτεχνείο" συμμετείχε μαζικά κόσμος που δεν είχε σχέση με τους φοιτητές, οι φοιτητές ήταν κλεισμένοι μέσα. Απ΄έξω ήταν οι οικοδόμοι με το συνδικάτο τους , όσοι είχαν απολυτήρια από την ΕΑΤ-ΕΣΑ , οι γιατροί και οι νοσοκόμες που περιέθαλπαν  τους βάναυσα χτυπημένους και τραυματίες και όλο αυτό το πλήθος που δείχνουν τα ιστορικά ντοκουμέντα. 
  Επειδή λοιπόν μια ομάδα, οργανωμένα ή μεμονωμένα, καπηλεύτηκε και "εξαργύρωσε" αυτό τον άδολο αγώνα των Ελλήνων της εποχής , εμείς δεν πρέπει να τον τιμάμε γενικότερα; Η ελληνική  επανάσταση γέννησε έναν Κωλέττη και τους Κουντουριωταίους που δεκαπλασίασαν την περιουσία τους μέσα από τα δάνεια της εποχής και τους Μαυρομιχαλαίους που δολοφόνησαν τον Καποδίστρια· δεν πρέπει λοιπόν εμείς γι' αυτό τον λόγο να τιμούμε γεγονότα και πρόσωπα της εποχής; Αντί  λοιπόν, τα μελανά πρόσωπα να γίνονται παραδείγματα αποφυγής τέτοιων  συμπεριφορών , πρέπει να αποφεύγουμε να τιμάμε τα γεγονότα για χάρη τους;  
  Σαφώς και δεν έριξε την δικτατορία το Πολυτεχνείο. Όμως αλίμονο αν ξέραμε ότι κάθε  ενέργειά μας θα έφερνε αποτέλεσμα. Καθημερινούς αγώνες δίνουμε , μικρούς και μεγάλους, οι οποίοι  στην τελική τους σούμα φέρνουν αποτέλεσμα. Καμία "στιγμή" στην παγκόσμια ιστορία δεν άλλαξε τον κόσμο και το ρου των γεγονότων. Ούτε η  τετράχρονη "τρομοκρατία" των Ιακωβίνων που πέρασε από την Γκιλοτίνα όλο το γαλάζιο αίμα της Γαλλίας έδωσε στους φτωχούς ψωμί· ούτε ακόμα ακόμα οι ατομικές βόμβες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι τελειώσαν τον ήδη τελειωμένο πόλεμο. Ούτε ξύπνησαν  μια μέρα του 20ου αιώνα,  τα πολιτικοοικονομικά αφεντικά της Ευρώπης και έστησαν το κοινωνικό κράτος που απολαμβάναμε μέχρι χτες. Το έστησαν οι Παρισινές Κομμούνες , οι μεγάλες Αμερικανικές απεργίες και η σοσιαλιστική επανάσταση που σάρωσε απ' άκρη σ' άκρη την Ευρώπη από το 1918 μέχρι το '25       (μέχρι που την ισοπέδωσε ο φασισμός), με μάχες ενός αιώνα . Και εμείς αδικούμε το πολυτεχνείο που δεν κατάφερε  να ρίξει την χούντα;  
  Με την καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη δεν κερδήθηκε ο αγώνας της Ελληνικής επανάστασης, αλλά ούτε χάθηκε με την καταστροφή της μάχης του Πέτα· ούτε οι αγωνιστές της εποχής δεν συνέχισαν τον αγώνα από τον φόβο μην τυχών έρθει ο σκληροπυρηνικός  Μπραϊμης και τους σφίξει τα λουριά όπως οι αξιωματικοί του Ιωαννίδη. 
 Πρέπει να κάνουμε ντόρο με το Πολυτεχνείο και με κάθε Πολυτεχνείο που συμβολίζει τον αγώνα των καθημερινών ανθρώπων για να κερδίσουν την αξιοπρέπεια τους.
 Τα Πολυτεχνεία είναι τα βάθρα που μας ψηλώνουν  και που  που πάνω τους πατάμε για να σηκώνουμε το ανάστημά μας. Είναι τα λαμπρά αστέρια που μας δείχνουν το δρόμο. Είναι οι σημαίες που υπό τη σκέπη τους συναθροιζόμαστε και παίρνουμε δύναμη. Είναι οι φλόγες της συλλογικής μας μνήμης  που πρέπει να κρατάμε άσβεστες  για να μας φωτίζουν τους επόμενους αγώνες μας και το μέλλον .
                                                                                                                                                      Κουκ


συνέχεια »