Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2018

Τις Κυριακές...

    Φεύγω κι επιστρέφω στο blog του Maditianos, αμήχανα, δειλά και μουδιασμένα.
Κάθε φορά που διανύω μια περίοδο ''ξηρασίας'' μου μοιάζει τόσο δύσκολο΄και τόσο μακρινό το να γράψω δύο αράδες, έτσι που πιστεύω από τα βάθη της ψυχής μου, πως η σεμνή τελετή έλαβε τέλος. Τι είναι αυτό που με ξαναφέρνει στο πληκτρολόγιο, τολμώντας να ''εκτεθώ'' και πάλι, ούτε που το 'χω καταλάβει. Ας το πούμε, ο δολοφόνος που γυρνάει στον τόπο του εγκλήματος ή το σκάλισμα της στάχτης μήπως ξανάβρω ''φωτιά''. Όποιο απ' αυτά κι αν είναι προχωράμε...
   Προχωράμε κι ακουμπάμε θύμησες απ' το παρελθόν μα και στιγμές απ' το παρόν, που αφορούν στις πιο ''περίεργες'', τις πιο διαφορετικές, τις πιο χαρούμενες και συνάμα τις πιο μελαγχολικές ημέρες της εβδομάδας μας, που αφορούν με δύο λέξεις, τις Κυριακές μας.
   Η αφορμή δόθηκε κάποια στιγμή στην κάψα του καλοκαιριού, όταν σε μια ανάρτηση στο facebook ακολούθησε διάλογος με εναλασσόμενες ατάκες, μεταξύ Μαδύτου-Θεσσαλονίκης-Μυκόνου και Κύπρου. Μου 'μεινε απωθημένο από τότε, λοιπόν, μόλις βρω χρόνο να βάλω σε μια σειρά τις Κυριακάτικες αναμνήσεις μας.
  Τις Κυριακές των παιδικών μας χρόνων, κάπου στα '70s με τα εξαήμερα σχολεία και τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό. Τις Κυριακές που ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός γινότανε απίστευτος ανταγωνισμός για το ποιος θα φτάσει πρώτος στα ενδότερα της εκκλησίας του Ιωάννη του Προδρόμου, για να πάρει τον Σταυρό ή το Εξαπτέρυγο, μαζί με το ''χρίσμα'' απ΄τον σχωρεμένο τον παπά-Γιώργη, για να πει το ''Πάτερ ημών'' ή το ''Πιστεύω''. Η απόλυτη επιτυχία της ημέρας ήτανε όταν έπαιρνες Σταυρό κι έλεγες σόλο το ''Πιστεύω''. Ήτανε σαν να ήσουνα το ''10'' και αρχηγός, για να χρησιμοποιήσω ποδοσφαιρική ορολογία.
  Η Κυριακή, στα παιδικά μας χρόνια, είχε παιχνίδι, οικογενειακό τραπέζι, αναμετάδοση των αγώνων, απ' το τρανζιστοράκι του μπαμπά και λίγο διάβασμα-αγγαρεία για την επομένη. Να σημειώσω πως η ιεροτελεστία της αγωνιστικής της Α΄ Εθνικής ξεκινούσε 3 παρά τέταρτο τον Χειμώνα και 4 την Άνοιξη και όλα τα ματς γίνοταν ταυτόχρονα. Ήξερες τι σου γινότανε βρε αδερφέ!!! Όχι το σημερινό ''ξεχείλωμα''. Κάποιες Κυριακές, όταν οι συνθήκες ευνοούσαν, είχαμε Καυτανζόγλειο (Τούμπα ή Χαριλάου για κάποιους άλλους) κι όταν παραμέναμε ''εντος των τειχών'' είχαμε Ελλησποντάρα στο κατηφορικό, μισοχορταριασμένο και προβατοκουρεμένο παλιό μας γήπεδο.
  Τα βράδια το σιωπητήριο είχε ήχο ''Αθλητικής Κυριακής'', γύρω στις 10 παρά κάτι, με το γνωστό νταν νταν νταν νταν, που κάθε αντράκι που σέβεται τον εαυτό του, έχει πάντα μέσα στ' αυτί του. Είχε το κύρος του Γιάννη Διακογιάννη, το ελαφρύ ξενέρωμα του Βαγγέλη Φουντουκίδη και όλων αυτών που ακολούθησαν τον ''καθηγητή''. Η τηλεόραση έσβηνε με εντολή των γονιών, ασπρόμαυρη γαρ, υπό τον φόβο να ξεχαστεί ανοιχτή, να καεί και να διαχύσει στην ατμόσφαιρα ένα περίεργο δηλητήριο που θα έστελνε στον άλλο κόσμο τους πάντες στο δωμάτιο, στο σπίτι, στη γειτονιά και στην περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, φαντάζομαι. Το κατά πόσο οι φόβοι αυτοί είχανε πραγματική βάση, δεν το ξέρω και θα 'θελα κάποιος με επιστημονική γνώση να με διαφωτίσει. Πάντως η Κυριακή μετά το τέλος των αθλητικών είχε ''τζούρα'' από κατάθλιψη. Ευχόσουν απλά να σε πάρει ο ύπνος γρήγορα, πράγμα που δεν συνέβαινε πάντα.
  Τα χρόνια περνάνε και οι Κυριακές γεμίζουν με Ελλήσποντο, μέσα στο τερέν αυτήν την φορά. Συνήθως μεσημβρινοί οι αγώνες, γεμάτοι τρέξιμο, αγωνία, θεωρίες και τσακωμούς. Τα 'χανε όλα και γέμιζαν τη μέρα απ' το πρωί ως το βράδυ. Η ώρα έναρξης, εκείνο το περίφημο ''15.00 ο κόσμος να χαλάσει'' ήταν αιτία να χάσουμε μερικές από τις μαγικές ντρίπλες του Χατζηπαναγή, αλλά αυτά έχει η ζωή. Αργότερα οι ερασιτεχνικοί αγώνες άρχισαν να παίζονται και Σάββατο, για να μπορούμε άνετα να ξενυχτάμε το Σαββατόβραδο ή Κυριακή πρωί για να μπερδεύουμε την μπάλα με τις ''μπόμπες'' από το βράδυ του Σαββάτου. Έτσι ή αλλιώς το απόγευμα-βράδυ της τελευταίας ημέρας της εβδομάδας, μας έβρισκε να συζητάμε ατέλειωτα για το τι πήγε και το τι δεν πήγε καλά.
  Οι Κυριακές, με μπάλα ή χωρίς, είχαν ήδη αλλάξει. ΠΑΣΟΚ, πενθήμερο κι αέρας διαφορετικός. Το Σάββατο γίνεται το κέντρο της διασκέδασης. Η Κυριακή γίνεται περισσότερο παραμονή Δευτέρας, με όνειρα που ''ζουν ως το μεσημέρι'' που λέει κι ο αγαπημένος μου Αλκίνοος, στην αρχή της ανάρτησης.
  Τα πράγματα πάντως δεν είναι ίδια τα καλοκαίρια. Τα Σάββατα είχαν Marabou και Make Up κι εμείς είχαμε totally down την επομένη, βυθισμένοι στις απίστευτες πολυθρόνες της ''Αυγούστας'' ή του ''Φρόυντ'', να σχεδιάζουμε μπάνια στο Περοκέ και την Πρώτη Αμμουδιά της Ολυμπιάδας. Φραπέ με παγωτό ή φραπέ με γάλα, ήταν πάντα το γιατρικό του hangover της προηγούμενης νύχτας. Τουφεκιές κυνηγών, πάνω απ' τα κεφάλια μας περιέγραφαν το τι είχε συμβεί τα χαράματα στους γύρω λόφους κι εμείς δεν μπορούσαμε να βρουμε λογική εξήγηση στο πως ένας άνθρωπος μπορεί να ξυπνάει στις 6. Αργότερα το καταλάβαμε. Καταστάσεις θεότρελες.
  Οι Κυριακές, πάντως, καλοκαίρι ή χειμώνα, είχανε πάντα κι έναν ρόλο αναδρομής κι ανασυγκρότησης. Αναδρομή στο τι έγινε, ποιο ποτό ήταν αυτό που μας κατέστρεψε, γιατί το γκομενάκι μας το ΄φαγε ο απέναντι φλωράκος, γιατί το αμάξι έμεινε από βενζίνη κι άλλα τέτοια κοινά και τετριμμένα, αλλά και ανασυγκρότηση όσον αφορά τα λάθη που πρέπει να διορθωθούν, για να μην συζητάμε τα ίδια κάθε Κυριακή. Εννοείται πως δεν άλλαζε τίποτε, εννοείται πως τα πρωινα-μεσημέρια, είχαν τα ίδια θέματα συζήτησης.
  Τα χρόνια πέρασαν, οι παρέες άλλαξαν, οι άνθρωποι μεγάλωσαν και σκόρπισαν εδώ κι εκεί να ''κυνηγάνε'' τη Ζωή. Οι Κυριακές έχουν διαφορετικό ρόλο πια και οι Δευτέρες κάνουν πιο έντονη την σκιά τους μαζί με τις υποχρεώσεις. Η Σαλονίκη πάντως, όσο παλιά κι αν την θυμάμαι, την ''ξεγελάει'' την Κυριακάτικη κατάθλιψη ή τουλάχιστον, το προσπαθεί σοβαρά. Οι μουσικές και οι χαρτοπετσέτες στα Λαδάδικα, το πάλαι ποτε Interni, το Barbarella κι άλλα δεκάδες μπαρ που άναψαν κι έσβησαν στο πέρασμα του χρόνου, δώσανε και δίνουν ακόμη ξεχωριστό χρώμα στις Κυριακές. Τα κοριτσάκια από Δύση κι Ανατολή στολισμένα-υπερπαραγωγή, τα μαγκάκια-ορδές πολεμιστών για κατακτήσεις, αλλά και οι μεγαλύτερες ηλικίες σε όρια γάμου κι αποκατάστασης ή διαζυγίου, γκριζαρίσματος και botox, εξακολουθούν να ξεχύνονται στην περίφημη παραλία της πόλης και στα δεκάδες κέντρα της. Απ' το πρωί ως το βράδυ για να ''ξορκίσουν'' την κατάρα της Δευτέρας. Δεν την αντέχει την Δευτέρα ο Έλληνας μια φορά κι ο Σαλονικιός δέκα.
Περίεργη μέρα η Κυριακή, το ξαναλέω. Σ' όποια ηλικία και σ' όποια φάση ζωής κι αν βρίσκεσαι. Ξεχωριστή, ανέμελη μα και στοχαστική συνάμα. Χαρούμενη και λυπημένη μαζί. Ίσως η λέξη ''χαρμολύπη'', λέξη ελληνική που νομίζω πως δεν μεταφράζεται ακριβώς και μονολεκτικά σε καμιά γλώσα, να ανακαλύφθηκε για την Κυριακή. Της αξίζει νομίζω.



συνέχεια »

Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

2008

2008. Δεκέμβριος.
Δύο  θρασύτατοι 16άχρονοι . Όπως πρέπει να είναι οι δεκαεξάχρονοι απέναντι στον κόσμο που βρίσκουν χτισμένο από κάτι ραμολιμέντα.
Μια πλατεία -καζάνι  που βράζει, αντίβαρο στην καθεστηκυία τάξη.
Οι δεκαεξάχρονοι βγάζουν την γλώσσα στην εξουσία.
Την εξουσία εκπροσωπούν δύο  ευέξαπτοι ράμπο .
Μια σφαίρα.
Ο μεγαλοδικηγόρος είπε ότι εξοστρακίτηκε.
Μια ζωή που δεν πρόλαβε να ανθίσει,  μαράθηκε και κόπηκε.
Σε λίγες ώρες χιλιάδες κόσμου,  συντεταγμένα, είναι στους δρόμους κάθε πόλης.
Τέτοια οργάνωση και εκτέλεση κινητοποιήσεων σε τόσο λίγο χρόνο, ούτε το ΚΚΕ την δεκαετία του '40 δεν μπορούσε να καταφέρει.
Πολλά ακούστηκαν.
Οι αλλοδαποί μπροστάρηδες που πιάσανε δεν μάθαμε ποτέ τι απέγιναν.
Ο ένας ράμπο ελεύθερος από την πρώτη στιγμή σχεδόν
Ο άλλος σε λίγο.
Η ζωή που κόπηκε, πάει.
Η άλλη σέρνεται στις φυλακές με πρησμένο το πρόσωπο από φωτο-σόπια για να μάθει.
Να μάθει να μην βγάζει τη γλώσσα.
Να μάθεις κι εσύ να φοβάσαι.

                                            Κουκ




συνέχεια »

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Γύρω από τις φωτιές στα γιαπιά

Νομίζω ότι οι χειμώνες παλιότερα ήταν πιο ψυχροί ή τουλάχιστον έτσι μας φαίνονταν ως πιτσιρίκια, μαθητευόμενοι μάγοι τότε στο γιαπί .Αυτές οι κρύες μέρες ήταν πάντα πολύ δύσκολες.
Πάντα είχαμε την κρυφή ελπίδα ότι θα αποφασίσουν  οι παλιομαστόροι να μην  δουλέψουμε και έτσι θα μπορούσαμε να κάνουμε τα δικά μας.
Όμως αυτοί είχανε άλλη λογική. Είχαν να ταΐσουν οικογένειες. Εμείς μόνο τα κορμιά μας. Άπαξ και έβγαιναν από το σπίτι να πάνε στην οικοδομή, έπρεπε να δουλέψουν ο κόσμος να χαλάσει.
Μια φορά, στα μακρινά '80 ,  έναν παγωμένο Δεκέμβρη δουλεύαμε στο ύψωμα της Νέας Ελβετίας. Φτάνουμε 6.20 στο γιαπί με μια ξεροπαγωνιά που σου έκοβε την ανάσα.
Περνάμε από τα βαρέλια με την γνωστή κίνηση-δοκιμή με το χέρι για την κατάσταση του νερού. Πάγος χοντρός και συμπαγής. Εντάξει λέω μάλλον θα φύγουμε. Δοκιμάζουμε την βρύση, παγωμένη. Σίγουρα θα φύγουμε!
Για βάστα όμως.  Βλέπω ανάβουν φωτιά οι μπαρμπάδες. Εκείνη τη φωτιά με τις μπετατζιδικες χλάπες
που μόλις  αναβανε με τα καμένα λάδια που ήταν για την λίπανση της "μηχανής", άρχισζαν να σκάνε τα τσιμέντα που είχαν πάνω τους και να κάνουν τον τόσο γλυκό και μαυλιστικό εκείνον ήχο.
Εκεί γύρω από τη φωτιά στήθηκε το μεγάλο επιχειρησιακό συμβούλιο.
Χωρίς πολλά πολλά η απόφαση βγήκε.  Θα δουλέψουμε!
-Εντάξει μωρέ αστάρια έχουμε δεν τα πειράζει η παγωνιά .
Πήρε ο μάστορας μια φτυαριά κάρβουνα και τα έριξε στο βαρέλι. Ακόμα μια φτυαριά τα έβαλε κάτω από τη βρύση.
-Μέχρι να ξαλάξουμε θα έχουν ξεπαγώσει και τα  δύο. Ίσα ξαλάξτε
να ζεσταθούμε!
Μια άλλη φορά στις ανοιχτωσιές και στα ψηλώματα της Νέας Πολιτείας του Ευόσμου. Παγωνιά φαρμάκι. Τα λιμνάζοντα νερά στα  μπαλκόνια είχαν γίνει 10 πόντους πάγος.
Ίδια φωτιά, ίδιο συμβούλιο, ίδια απόφαση απλά άλλο σκεπτικό.
- Εντάξει μωρέ ψιλά έχουμε. Άμα είναι γερά τα αστάρια δεν έχουν ανάγκη τα ψιλά.
-Ίσα ξαλάξτε.  

Με λίγα λόγια είτε αστάρια είχαμε είτε ψιλά, η παγωνιά δεν τα πείραζε. Τα δικά μας τα δάχτυλα που μελανιάζανε είτε κρατώντας το λάστιχο με τη μάνικα είτε κρατώντας το μαστάρι, δεν τα μετρούσε κανένας  

Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε η δικιά μου η γενιά να παίξει το ρόλο του σκύλου που λέει θα δουλέψουμε γιατί έτσι πρέπει . Βέβαια οι χειμώνες τώρα είναι σαν παιδική χαρά σε σχέση με παλιότερα χρόνια αλλά και πάλι οι πρωινές θερμοκρασίες τούτου του Φλεβάρη μια φωτιά την τραβάνε! 

Ανάψτε λοιπόν μια φωτιά και ξαλάξτε να αρχίσουμε να βαράμε!

                                           Κουκ








συνέχεια »

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Ποιος έχτισε την Θήβα την επτάπυλη

Οι επεκτατικοί πόλεμοι στην Μέση ανατολή και στις πηγές του Νείλου, του πρώιμου, του μέσου και του ύστερου βασιλείου,  τροφοδοτούσαν με "εργατικό δυναμικό "την κατασκευή των πυραμίδων για να αναπαύεται εν ειρήνη ο Χέωπας.
  Η Σεισάχθεια ήταν που έχτιζε τους Παρθενώνες του Περικλή και του Φειδία.
  Η κρυπτεία εξασκούσε τους πολέμαρχους της ξακουστής Σπάρτης.
  Τα στίφη, που μάζεψε με το βούρδουλα στο διάβα του ο Αρταξέρξης, έριξε πρώτα ως βορά στα Σπαρτιάτικα όπλα στην κλεισούρα των Θερμοπυλών.
  Ήταν ο Σπάρτακος με τις εξεγέρσεις του, που χαλούσε το πάρτι των μεγάλων κατασκευάστικών έργων του Καίσαρα.
  Ήταν οι κωπηλάτες στις γαλέρες των Δόγηδων, που έκαναν ξακουστή και πανίσχυρη την Γαληνοτάτη.
  Ήταν η ψυχή της Κεντρικής Αφρικής, που πλημμύρισε τα μπαμπακοχώραφα της Αλαμπάμπα και τα ζαχαροχώραφα της Καραϊβικής και της Βραζιλίας και πλούτισε τους Αγγλους Γάλλους Πορτογάλους.
   Ήταν οι δεκαεξάωρες εφταήμερες βάρδιες των παραγιών στις μανιφακτούρες της Βιομηχανικά επαναστατημένης Ευρώπης, που την ανέστησαν οικονομικά .
  Ήταν οι δεκάδες χιλιάδες νεκροί και ακρωτηριασμένοι στα τσιφλίκια του στο Κονγκό του (παραλίγο βασιλιά της Ελλάδας ) Λεοπόλδου του Βελγίου, που θεμελίωσαν τις Βρυξέλλες ως σύγχρονη πρωτεύουσα της Ευρώπης.
  Ήταν οι κολίγοι, που τάιζαν τη Ρούσικη αριστοκρατία και ανακύρηξαν τον Πέτρο σε Μέγα.
   Ήταν τα εκατομμύρια τών λιμασμένων Κινέζων χωρικών, που είπαν τον Μάο "Πατερούλη".
  Είναι "εργάτες " από το Μπαγκλαντές, τη Σρι Λάνκα και το Πακιστάν, που έχτισαν τις ιλουστρασιόν πόλεις του Περσικού κόλπου.
  Είναι τα εξαναγκασμένα σχολιαρόπαιδα της  Foxconn, που κατασκευάζουν τις hitec οθόνες μας.
  Είναι η εξαγωγή δημοκρατίας των ΗΠΑ και της ΕΕ, που έστησε τα μαγαζιά στη Λιβύη για να πωλείται πέντε παράδες η οκά, η ανθρώπινη ζωή.
  Και είναι και ο Δυτικάνθρωπος, που το πρωί ψήφισε τον πολιτικό που του υποσχέθηκε τα πιο ασφαλή σύνορα και το βράδυ αφού έφαγε το δείπνο του, ακούμπησε πίσω στην πολυθρόνα του, ρεύτηκε, και έκανε τον σταυρό του : Δόξασοι ο Θεός και σήμερα, είχαμε δημοκρατία, φάγαμε, ήπιαμε, θα κοιμηθούμε στα ζεστά. Μεγάλη η Χάρη Του.

Υ.Γ. Φυσικά ο τίτλος είναι δανεισμένος.

                                        Κουκ









συνέχεια »

Τρίτη 12 Σεπτεμβρίου 2017

Borsigplatz

Ένας ακόμα σταθμός στην εδώ και ενάμισι χρόνο έξοδο από την Ελλάδα. Το Dortmund είναι μια ήσυχη μικρομέγαλη επαρχιακή πόλη του κρατιδίου της NorthReinaWestfalen της Γερμανίας.
Λίγο έξω από τον κεντρικό δακτύλιο της πόλης,  βρίσκεται η Borsigplatz. Ίσως το πιο καυτό και ζωντανό σημείο της πόλης.
 Η ιστορία της πλατείας και της ευρύτερης περιοχής είναι μακρά και πήρε το όνομά της από τον Alberd Borsig που ίδρυσε και εγκατέστησε εκεί ένα εργοστάσιο. Έκτοτε εγκαταστάθηκαν μεγάλα εργοστάσια που άφησαν το στίγμα τους.
Εδώ, σ' αυτήν την ζωντανή περιοχή ιδρύθηκε η ποδοσφαιρική ομάδα του Dortmund η Borusia. To στολίδι και το κόσμημα της πόλης. Κάθε φορά που παίζει η Borousia εντός έδρας, η πόλη τζιράρει εκατομμύρια! Τα ξενοδοχεία και τα σπίτια από την Airbnb έχουν πληρότητα 100%. Οι επισκέπτες  έρχονται από όλη την Γερμανία και την Ευρώπη είτε για να ζήσουν τις μαγικές στιγμές εντός του Signal Induna Park είτε για περιηγηθούν στην πόλη που έχει γιορτινή διάθεση. Και αυτό συμβαίνει σε κάθε εντός έδρας παιχνίδι της ομάδας.
Πίσω λοιπόν στην πλατεία μας όπου είχε και το πρώτο γήπεδο η ομάδα. Όταν ήρθαν οι Ναζί απαλλοτρίωσαν το χώρο για να στήσουν ένα τεράστιο χαλυβουργείο και έτσι η έδρα της ομάδας μεταφέρθηκε στα νότια της πόλης. Πρώτα σε ένα μικρό γήπεδο που σήμερα παίζουν τα μικρά και οι γυναίκες της ομάδας και αργότερα, στο ίδιο πάρκο, στο σημερινό υπερσύγχρονο γήπεδο. Εδώ στην πλατεία πανηγυρίζουν τα τρόπαια και τις επιτυχίες της ομάδας. Πάνω από την πλατεία και τον συγκεντρωμένο κόσμο έκανε τρεις γύρους το αεροπλάνο της ομάδας όταν έφερνε το κύπελλο τον Μάιο και εκεί κατέληξε με το ανοιχτό λεωφορείο η ομάδα για να το παρουσιάσει στους φιλάθλους της.
 Το παλιό γήπεδο, παλιό πλέον εργοστάσιο, που είναι μια ανάσα από την πλατεία, είναι σήμερα  ένα τεράστιο πάρκο-δάσος με πισίνες και γήπεδα ποδοσφαίρου για το κοινό, γήπεδα τένις, μπέιζμπολ και Αμερικάνικου ποδοσφαίρου που φιλοξενούν αγώνες από τις liges της χώρας. Θα προσπαθήσω να  παρακολουθήσω κάποια στιγμή έναν ολόκληρο  αγώνα μπείζμπολ για  να καταλάβω περί τίνος πρόκειται .
 Τα παλιά εργοστάσια και η ζήτησή τους σε ανθρώπινο δυναμικό δημιούργησαν και την ανθρωπογεωγραφία της Borsigplatz. Παλιά εγκαθίστανται εδώ εργάτες που έρχονταν από παντού για να δουλέψουν. Σήμερα, σε συνέχεια αυτής της κατάστασης, οι κάτοικοι της περιοχής είναι πλέον από όλη την Ευρασία. Είναι η πιο multi culti περιοχή της πόλης.
Κυρίαρχο το Τούρκικο στοιχείο αλλά δεν σταματά εκεί. Τα Τούρκικα γυράδικα, οι μυρωδιές τους και ο κόσμος τους στέκουν σχεδόν σε κάθε γωνία των έξι δρόμων που ξεχύνονται  στην πλατεία. Τα kiosk που τα έχουν Τούρκοι είναι τα στέκια της περιοχής. Bar κάθε λογής, εθνικότητας και κουλτούρας που ξημερώνονται τα Σαββατοκύριακα το καθένα με το στίγμα του. Τα ανατολίτικα αργελετζίδικα κλειστά με τον κόσμο μέσα. Τα Ελληνικά καφενεία με τα τραπεζάκια στο πεζοδρόμιο με τη φράπα και τα τσίπουρα. Τα μαγαζιά των νέγρων κλειστά από παντού να μην φαίνεται τίποτα μέσα. Τα διάφορα Ηellas,  Pamir, Anadolu  και Kabul Markt δίνουν το στίγμα για τους κατοίκους, δίνουν χρώμα και μυρουδιές από τις πραμάτειες τους και είναι τα κέντρα συνάντησης των επιμέρους εθνικών ομάδων.
Μαύροι από όλη την Αφρική, μελαψοί Ασιάτες, Έλληνες, πρώην Γιουγκοσλάβοι, μεθυσμένοι, άστεγοι, κατσίβελοι και κατσιβέλες με τα πολύχρωμα φορέματα από την Ρουμανία, μαγαζιά με τζόγο, Κορίτσια, δώσε πάρε ντρόγκες και τσαμπουκάδες. Ένα συνεχές και ασταμάτητο πήγαινε-έλα από τα σπίτια-στέκια στα μαγαζιά της πλατείας. Κάθε Σαββατοκύριακο τα πάρτι στα σπίτια και στα μικροσκοπικά μπαλκόνια που βλέπουν στις πίσω αυλές  φεγγοβολάν και δίνουν τον τόνο με τις μουσικές τους και τα γέλια των παρευρισκομένων.
 Είναι το μόνο μέρος στην Γερμανική μου περιήγηση που βλέπω τον κόσμο σταματημένο έξω από τα μαγαζιά να μιλάει μεταξύ του. Είμαστε  γνωστοί μεταξύ μας . Είμαστε  οι θαμώνες και οι κάτοικοι της Borsigplatz.

                                                                                                                        Κουκ

συνέχεια »

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2017

Ποδηλατοδρομίες

  Η ιστορία πάνω στα πετάλια ξεκινάει όπως των περισσότερων, με τα μικρά τρίκυκλα ποδηλατάκια. Περιορισμένος στην βεράντα  για να μην ''μετρήσω'' τα σκαλοπάτια, έφερνα βόλτες και ονειρευόμουν πότε θα ήμουνα έτοιμος να ξανοιχτώ μέχρι το τρίτο πεύκο στην άκρη του οικοπέδου!
  Όταν ήρθε ο καιρός, με ένα δανικό μικροσκοπικό 14" ή 16'', άρχισα να ισορροπώ. Δεν μπορούσα όμως να σταματήσω και έπεφτα πάνω σε μια στοίβα αμμοχάλικου για να σταματήσω και να να ξαναξεκινήσω.
   Έφτασε κάποια στιγμή η ηλικιακή ολοκλήρωση για να αποκτήσω επιτέλους το δικό μου κανονικό ποδήλατο! Εικόνα χαραγμένη ανεξίτηλα στην περιοχή των παιδικών αναμνήσεων. Άνοιξη με τα σχολεία στο τελείωμα τους. Δεν θυμάμαι τον λόγο που βρέθηκα με τους γονείς μου στην Θεσσαλονίκη. Απλά θυμάμαι ότι βρέθηκα μέσα σε ένα ποδηλατάδικο να δοκιμάζω μεγέθη και στυλ ποδηλάτων. Διάλεξα ένα Universal 20'' με κόντρα. Το συγκεκριμένο μοντέλο έπαιξε πολύ εκείνη την εποχή. Το έφερε και ο Μαθιός (ο επίσημος ποδηλατάς του χωριού μας)  και το είχανε σίγουρα και ο Βλάχος και ο Ραμπότας. Από το ποδηλατάδικο, μάλλον κάπου κοντά στην Κολόμβου, το πήγα καβάλα, με τις βοηθητικές εννοείτε, μέχρι το πρακτορείο των ΚΤΕΛ. Το παλιό, εκείνο που ήταν πάνω στην πλατεία Αντιγονιδών πριν μετακομίσει στην ιστορική οδό Ειρήνης. Εκεί το ποδήλατο φορτώθηκε στην οροφή του πράσινου λεωφορείου και ταξιδέψαμε μέχρι το χωριό. Περιττό να πω ότι μέχρι να φτάσουμε δεν ξεκόλλησα τα μάτια μου από τον ουρανό βλέποντας νοητά το αντικείμενο που θα με ταξίδευε και θα με οδηγούσε σε δρόμους μακρινούς.
Σε πολύ λίγες μέρες οι βοηθητικές ήταν παρελθόν και από κει και μετά άρχισε το μεγάλο ταξίδι.
  Δεν ξέρω πως είναι τώρα με τα παιδιά αλλά τότε το ποδήλατο ήταν μέσο κοινωνικοποίησης. Με το ποδήλατο έφτανες στα σημεία συγκέντρωσης της τσακαλοπαρέας και μ' αυτό γίνονταν πλέον όλες οι εξορμήσεις. Δεύτερη φύση το ποδήλατο. Πηγαίναμε παντού πλην του δημόσιου (του μόνου ασφαλτοστρωμένου δρόμου του χωριού δηλαδή) που μας απαγόρευαν την πρόσβαση λόγω της κίνησης  των αυτοκινήτων. Οι παιδικές καλοκαιρινές μνήμες είναι απόλυτα συνυφασμένες με το ποδήλατο.
  Σε μια  εξόρμηση τεσσάρων ατόμων προς την Κοκαλού, κάπου εκεί στις αμυγδαλιές του Σέσουλα μας την έπεσαν τα τσοπανόσκυλα. Οι τρεις "ψαγμένοι" δεν τρέξαμε. Ο ένας που έτρεξε, τον πήγαν καροτσάκι για κανά χιλιόμετρο. Όταν φτάσαμε τελικά όλοι μαζί στην Κοκαλού αποφασίσαμε να χωριστούμε. Δύο θα ξαναγυρίζαμε από τον χωματόδρομο και δύο τολμηροί από την δημοσιά. Στην συνάντησή μας πίσω στο χωριό, αφηγούμενοι την περιπέτειά μας, λες και κάναμε  διαγωνισμό του πιο ευφάνταστου ψέματος! Εμείς οι δύο στα χωράφια. συναντήσαμε λέει  έναν λύκο και ατρόμητοι περάσαμε δίπλα του χωρίς να τον ενοχλήσουμε και να μας ενοχλήσει. Οι άλλοι δύο είχανε μια περιπέτεια με το 100 που τους σταμάτησε αλλά αγέρωχοι οι δεκάχρονοι  φίλοι μας τους εξήγησαν το εξερευνητικό μας project και συνέχισαν κανονικά!
  Μια φορά, καμιά εικοσαριά ποδήλατα είχαμε φτάσει μέχρι την 6 στροφή της Βαρβάρας. Στο κατέβασμα, στην τρελή κατηφόρα  και πριν μια στροφή σχεδόν 180° φωνάζω : παίδες ελέγξτε τα φρένα σας. Τί τα θες. Με πούλησε η κόντρα και έγινα χαλκομανία πάνω σε μια σκουτζιά από πουρνάρια.
  Πετάγματα σε αυτοσχέδιες πίστες, κόντρες και κονταροχτυπήματα. Αλητείες και τσαμπουκάδες. Μελανιασμένα και γδαρμένα γόνατα και χέρια. Πρωινές και νυχτερινές εξορμήσεις. Το ποδήλατο είχε λόγο σε όλα. Και κάποια στιγμή μέσα σε όλο αυτό, έκαναν και την εμφάνισή τους τα πρώτα BMX. Σημάδι ότι άρχιζε κάπως να εκσυγχρονίζεται η φάση
Όταν η πρώτη αθωότητα άρχισε να υποχωρεί και να  δίνει την θέση της σε πιο περίπλοκα πράγματα, άρχισε να σπάει η φάση και πλέον πηγαίναμε  στην δουλειά αλλά πάντα με το ποδήλατο. Στο  κτήμα του Μαλιαρού,  στα ροδάκινα και στα αχλάδια του Μάκου ή αργότερα στην "πρέσα", στην βιοτεχνία τούβλων που ήταν το τελευταίο απομεινάρι μιας ανθούσας χειροτεχνίας  του χωριού μας.
  Το ποδήλατο το κρεμούσε κάθε χρόνο ο πατέρας μου στο υπόγειο με το που άρχιζαν τα σχολεία.
Έμενε εκεί μέχρι τις επόμενες καλοκαιρινές βόλτες. Βλέπετε η  κρατούσα άποψη εκείνη την εποχή ήταν ότι το ποδήλατο είναι μόνο για παιχνίδι και  μέσο παραγωγής σκανταλιάς και ανεμελιάς. Οπότε όταν άρχιζε η σοβαρή περίοδος του σχολείου, αυτό δεν είχε θέση. Τρομάρα μας! Γι αυτό μίσησα και συνεχίζω να μισώ τις σοβαρές "περιόδους" και τις καθώς πρέπει στιγμές και κοινωνικότητες.
  Πέρασαν οι εποχές, έδωσε "ο διάολος χαμπάρι" και το ποδήλατο, από το κέντρο του κόσμου μου, έγινε ένα  αντικείμενο που απλά έπιανε τόπο στο υπόγειο.
  Όμως στο σπίτι γενικώς είχαμε μια κάποια ποδηλατική κουλτούρα. Θυμάμαι πολύ καλά το σιδερένιο 28άρι από τα χρόνια του παππού μου που κυκλοφορούσε εκεί στο σπίτι. Έτσι κάποια στιγμή, όταν το δικό μου uUniversal παρατήθηκε αφού είχε φάει τα ψωμιά του, ο πατέρας μου πήρε για τον εαυτό του ένα μεγάλο 26άρι universal. Κυριλέ, με φτερά, δυναμό, φανάρια και σχάρα αλλά δεν το πολυκαβαλούσα γιατί είχα "άλλες" ασχολίες.
  Μια φορά πήγαινα στα αλώνια, και κάπου εκεί στη Σουλτάρα, εξείχε μια λεία πέτρα. Από υπερβολική σιγουριά και από γινάτι περνούσα πάντα από πάνω της για κανά ψιλοπεταγματάκι.. Αυτήν την φορά,το τράνταγμα έστειλε το δυναμό μέσα στις ακτίνες της μπροστινής ρόδας... Η συνέχεια... δύσκολη!
   Πέρασαν τα χρόνια και το ποδήλατο βγήκε τελείως από το κάδρο. Όπως βγήκε από την Ελληνική ζωή γενικότερα. Από τα μέσα των 80' και μετά η Ελλάδα άρχισε να ζει στον ρυθμό του life style και του αυτοκινήτου και το ποδήλατο δεν είχε καμία θέση στον νέο αυτόν τρόπο ζωής. Έτσι το ποδήλατο γενικότερα παρέμεινε στάσιμο και τα μόνα ποδήλατα που κυκλοφορούσαν ήταν οι κούρσες αυτών που έτρεχαν με τους συλλόγους.
  Ξαναέκαναν την εμφάνισή τους μετά το '90, όταν τα ξέθαψαν από τα υπόγεια οι Αλβανοί μετανάστες. Λαός με ποδηλατική κουλτούρα, όχι την βορειοΕυρωπαική, αλλά  με μια δικιά του, που την δημιουργούσε η ανάγκη για ανέξοδη μετακίνηση. Γέμισαν τα γιαπιά στον Εύοσμο και στην Τούμπα και τα θερμοκήπια και τα ανθοκήπια πέριξ της πόλης  με τα ποδήλατα των Αλβανών εργατών. Ψευτομάουντεν και ότι να 'ναι που τα είχαν ξεθάψει από τα υπόγεια των σπιτονοικοκύριδων τους.
  Εκεί περίπου στο '97, αγοράζει ένας φίλος ένα ότι να 'ναι μάουντεν 26'' από την ποδηλατούπολη, με σκοπό να πηγαινοέρχεται  δουλειά-σπίτι από το Παπάφειο στον Αγ. Σπυρίδωνα στην Τριανδρία ευελπιστώντας να χάσει κανένα κιλό. Το έκανε μια φορά, κοντέψαμε να τον χάσουμε αφού ήταν τελείως απροπόνητος και με τσιγάρο στο pic. Αυτό ήταν! Με 15.000 δρχ ήταν δικό μου. Έκτοτε δεν έμεινα ποτέ ξανά χωρίς ποδήλατο!
 Μικρές αναγνωριστικές βόλτες στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Έρημη και απόμερη τότε η νέα παραλία δεν είχε καμία σχέση με το σημερινό στολίδι. Μετά από λίγο καιρό γνωριζόμουν με όλους τους γραφικούς (μαζί και 'γω) που ποδηλατούσαμε. Αυτό το ποδήλατο είχα όταν κάποια στιγμή έξω από τον Θερμαϊκό πίνοντας μπύρες μου είπε κάποιος φίλος: γρήγορα θα το βαρεθείς να ξέρεις. Γελούσα από μέσα μου γιατί ήξερα ότι μόλις είχε ξεκινήσει κάτι που θα κρατούσε.
   Δεν πήγε για πολύ με αυτό, πως θα μπορούσε άλλωστε να πάει πολύ με ένα ποδήλατο από την ποδηλατούπολη. Βέβαια τελείωσε άδοξα και πήρα την πρώτη μου κρυάδα. Μου το έκλεψαν από το πατάρι της εισόδου της οικοδομής που μένω.
   Άρχισα να ψάχνομαι. Πολύ λίγες οι επιλογές εκείνη την εποχή και επέλεξα την  σταθερή αξία τον Θεοτόκη. IDEAL BOOMAX 26''  350€. Μερτσέντα ρε φίλε! Simano, V-break και τέτοια. Ελληνικά ποδήλατα φτιαγμένα στην Πάτρα.   Ειδικά πετάλια- σετ με παπούτσια simano που κουμπώνουν πάνω για να τραβάς κιόλας το πετάλ , όχι μόνο να πατάς Λίγο καλύτερη κλειδαριά και αποθήκευση στο κλειδωμένο υπόγειο πλέον.Έβαλα πάνω κοντεράκι και ξεκίνησα να γράφω χιλιόμετρα.
  Μια φορά πάνω στο ανάχωμα του Αξιού πηγαίνοντας προς το Δέλτα, μου την έπεσε μια αγέλη σκυλιών. Εκεί που προσπαθούσα να γλιτώσω βάζοντας το ποδήλατο ανάμεσα σε μένα και σ' αυτά, βγαίνει ένας αρχάνθρωπος μέσα από μια καλύβα και ενώ τα σκυλιά λυσσομανούσαν, με ρωτάει : ρε ντερβίσι μήπως είσαι τίποτα από αυτούς τους οικολόγους;
  Πήγα μια φορά από Θεσσαλονίκη μέχρι τη Νέα Μάδυτο. 70χιλ απόσταση. Ανέβηκα από την Νεάπολη, Μετέωρα και πίσω από το γήπεδο του Κεραυνού πήρα τον δρόμο μέσα από το Σέιχ Σου που παρακάμπτει το Ρετζίκι και  το Ασβεστοχώρι , περνάει από το Φιλίππειο  και βγαίνει στο Παπανικολάου. Από 'κει μέχρι την είσοδο του χωριού του Χορτιάτη που αριστερά ο χωματόδρομος τραβερσάρει το βουνό και καταλήγει στο Αδραμέρι. Από 'κει από χωματόδρομους με κατηφόρα έφτασα μέχρι τον Γερακαριώτικο λάκο. Οι τσομπανόσκυλοι που μπήκαν στο καταπόδι μου μόνο τη σκόνη μου έβλεπαν στην κατηφόρα. Ποιο 'κει όμως στους παραλίμνιους χωματόδρομους που το ποδήλατο βούλιαζε στην άμμο, ο σκύλος που βγήκε στο κατόπι μου ήταν ένα μπόι με το ποδήλατο. Πως σώθηκα; ε, εγώ το ξέρω.
 Μια άλλη φορά, από τις κεραίες στο Χορτιάτη έκανα τραβέρσα όλο το βουνό μέσα από χωματόδρομους και ξαναγύρισα στο ίδιο σημείο. Κάπου εκεί στην Περιστερά έξω από ένα μαντρί τα σκυλιά που μου την έπεσαν νομίζω ήταν περισσότερα κι  από τα κατσίκια του κοπαδιού. Για καλή μου τύχη, με έσωσε μια γριούλα 80+ που βγήκε μέσα από την καλύβα και τα λιοντάρια που πριν  ήθελαν να με κατασπαράξουν,  μπροστά της έγιναν αρνάκια.
  Με το BOOMAX στον γύρο της Κερκίνης,  θαύμασα το εικονικό  χωριό που είχε στήσει μέσα στα αβαθή νερά της ο Αγγελόπουλος για της ανάγκες μιας από τις πανάκριβες ταινίες του, και τα περίφημα βουβάλια της και τους βοσκότοπους τους που είναι κοινοί με δεκάδες ήδη πουλιών.
  Στον γύρο της Βόλβης είδα άλογα, πολλά ζευγάρια κύκνων, πελεκάνους, μαυροπελαργούς, φλαμίνγκο και Ρωμαϊκά  ή Οθωμανικά λουτρά να στέκουν ερείπια γεμάτα σκουπίδια από τα παρακείμενα ανθοκήπια. Εκεί έπαθα λάστιχο και καθ΄ότι απροετοίμαστος, σήκωσα κάποιον από την μπιρίμπα να έρθει να με φορτώσει.
  Καταπληκτική διαδρομή και ατελείωτα χιλιόμετρα πάνω στη σέλα ήταν  από την Μάδυτο με την τρελή  ασφάλτινη ανηφόρα προς τη Βαρβάρα, συνέχεια από χωματόδρομους  μέσα από τα καταπληκτικά δάση Οξιάς του Στρατωνικού Όρους με κατάληξη στις πανέμορφες παραλίες στο Ζέπκο. Άσφαλτο μέχρι την διασταύρωση του Σταυρού και μετά ξανά χώμα μέσα από τον Ρήχειο και του Μοδιού το λάκο.
 Μια φορά κατέβηκα  από τα Στάγιρα μέσα από του χωματόδρομους και τα ρέματα του Κάκαβου προς της παραλίες της Ιερισσός, πολύ πριν αυτό το πανέμορφο βουνό μπει στο στόχαστρο της ανάπτυξης. Χαμηλά εκεί που ηρεμεί το ποτάμι και λίγο πριν βγει από το δάσος, θαύμασα μια βίδρα!
 Μετά από λίγο, σε μια στένωση του ρέματος συνάντησα ένα μαντρί που το φυλούσαν τα δεύτερα πιο κακά και άγρια σκυλιά που συνάντησα στην περιήγησή μου σε βουνά και κάμπους. Τα πιο κακά τα συνάντησα κάποτε στην ορειβατική μου καριέρα στα 2000m στην Αστράκα αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο . Τέλος πάντων, εκεί στον Κάκαβο υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι τελείωσα με το ποδήλατο στα βουνά και στις εξοχές γιατί με τα σκυλιά είχα αρχίσει να έχω πρόβλημα αφού εκτός τον σοβαρό κίνδυνο που διέτρεχα για την σωματική μου ακεραιότητα,  άρχισαν να με επισκέπτονται και στους εφιάλτες μου.
  Εκείνη την εποχή ο Δήμαρχος της Θεσσαλονίκης είχε δημιουργήσει ένα μικρό δίκτυο ποδηλατόδρομων συνολικού μήκους  12χιλ. Τότε ήταν η άνοιξη του ποδηλάτου για την Θεσσαλονίκη.  Τα ποδηλατάδικα άνοιγαν το ένα πίσω από το άλλο και τα ποδήλατα συνωστίζονταν στους λίγους ποδηλατόδρομους. Τότε μας πλάσαραν τα treking. Το BOOMAX λοιπόν στο χωριό και το καινούριο treking μου έτοιμο. Ένα Cube χάρμα ιδέσθαι με 600€ που έκανε να μοιάζει οτιδήποτε είχα μέχρι τώρα με κάρο! Ασφάλτινα πλέον τα χιλιόμετρα κατά εκατοντάδες. Μακριά από επικίνδυνα σκυλιά και περίεργους τύπους αλλά αγκαλιά με τα διερχόμενα αυτοκίνητα.
  Πολλά χιλιόμετρα σε μικρό διάστημα. Λάστιχα δεν πρόλαβα να αλλάξω ακόμα και ήρθε το δεύτερο χτύπημα. Μου το έκλεψαν μαζί με το ζευγάρι του, το γυναικείο Cube άλλα 600€, μέσα από κλειδωμένο υπόγειο στην οικοδομή. Τρελή μπάζα τα σαΐνια.
 Αμέσως σχεδόν επέλεξα πάλι ένα treking. Ένα Ghost με 550€ γιατί ήταν μοντέλο προηγούμενης χρονιάς. Καλό αλλά Cube δεν είναι. Τώρα το κλείδωνα με καλή κλειδαριά σε κλειδωμένη πόρτα με μύλο ασφαλείας και καλό λουκέτο έξτρα.Λίγα χιλιόμετρα μ' αυτό. Με φόβιζαν πλέον τα αυτοκίνητα που περνούσαν δίπλα μου και η αναπνοή τους μου πάγωνε το σβέρκο. Με το φαντασματάκι σχεδόν μόνο χαλαρές βόλτες στον ασφαλή ποδηλατόδρομο της παραλίας.
  Όσπου...
           
                                                                                                                               Κουκ




















συνέχεια »

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Στην Ικαρία να πάτε

  Αύγουστος και διαβάζω τα κατορθώματα των Ικαριωτών σε σχέση με το πως αντιμετωπίζουν  την ζωή και τους επισκέπτες  του νησιού τους .
Στην Ικαρία μπορεί να μην πήγα, αλλά νωρίς  την άνοιξη βρέθηκα να χτυπάω τις πεταλιές μου στην κοιλάδα του Elbe κάπου στην Sachsen-Anhalt.
  Μια Κυριακή, μετά από 25 χιλιόμετρα περίπου σε χωματόδρομους και μονοπάτια πάνω στην σέλα και στα πετάλια, βγήκα από το δάσος και έφτασα στο Arnerburg, ένα μεσαιωνικό καστροχωριό πάνω σε ένα γύρισμα του Elbe.Τα μεσαιωνικά κτίρια, τα σπίτια και η εκκλησία ήταν πλημμυρισμένα με λουλούδια. Λίγο η άνοιξη (εκεί βέβαια  δεν καλοείχε φτάσει ακόμα) και πολύ ότι οι κάτοικοι φαίνεται ότι τα αγαπούσαν , όλο το πέτρινο χωριό κολυμπούσε στα χρώματα των λουλουδιών. Στα δε λιθόστρωτα σοκάκια, περπατούσες και νόμιζες ότι θα ξεπεταχτεί από την γωνία κάποιος ιππότης.
  Αφού περιηγήθηκα θαυμάζοντας το χωριό, την καθαριότητα και το συγύρισμα του, τα γυρίσματα του δρόμου με έβγαλαν ψηλά στο κάστρο .
Καταπληκτική θέα στο ποτάμι και σε όλη την κοιλάδα. Μάλιστα έχουν φτιάξει και ένα τεράστιο μεταλλικό μπαλκόνι για να απολαμβάνουν τη θέα οι επισκέπτες. Εκεί λοιπόν στη ρίζα του κάστρου υπήρχε το κλασικό Γερμανικό εστιατόριο. Ξεκαβάλησα, κλείδωσα και μπήκα μέσα να ζητήσω έναν καφέ. Τον ζητάω ευγενικότατα από τις δύο συμπεθερούλες που ήταν σερβιτόρες, αλλά απόκριση μηδέν. Την δεύτερη φορά που τον ζήτησα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, χασκογέλασαν, και μου είπαν ότι το μαγαζί δεν δίνει καφέ αλλά μόνο μπύρα, 10.30 το πρωί και άπλα δεν ξανά ασχολήθηκαν μαζί μου αφήνοντας με σύξυλο.
Χάζεψα λίγο τη θέα, πήρα τη στέγνα μου και άρχισα να κατεβαίνω. Ένα φιδογυριστό σοκάκι  με πέρασε  μπροστά από ένα θαυμάσιο Biergarden με θέα το κάστρο . Εντάξει είπα, μάλλον θα την πιω την μπύρα. Είχε και κάτι μαυροκόκκινες τοπικές, δεν έλεγε να φύγω χωρίς να τις γευτώ,  Μπαίνω μέσα με το ποδήλατο ως είθισται και κάθομαι στη λιακάδα. Ένα ζευγάρι και μια άλλη παρέα τριών ατόμων, οι μοναδικοί πελάτες του μαγαζιού. Βγαίνει η συμπεθέρα-σερβιτόρα, της κάνω νόημα να με προσέξει και να έρθει, τίποτα. Απόκριση καμία! Δεύτερη κρυάδα και αρχίζω να υποψιάζομαι. Μετά από 5-6 φορές που βγήκε και εμένα είχε ξεραθεί το χέρι μου να το έχω ψηλά μήπως και με δει, έκανε πως με πρόσεξε! Έκανε, γιατί στην πραγματικότητα δεν μου έδωσε καμία σημασία. Πέρασε το μισάωρο και αφού ασχολήθηκα λίγο να γράψω και να φωτογραφήσω το πήρα απόφαση ότι σ' αυτό το χωριό δεν..
Σηκώθηκα πήρα τον χωματόδρομο, τους άφησα πίσω μου και τους καταράστηκα: Στην Ικαρία να πάτε διακοπές ρε κιαρατάδες και να μην σας δίνει σημασία κανένας.....στην Ικαρία.

                                                                                                                                   Κουκ








συνέχεια »

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Ή το σαμάρι θα φταίει ή ο γάιδαρος. Ποτέ ο αγωγιάτης

  Χθες το βράδυ όντας σταματημένος σε ένα φανάρι στην Β. Όλγας, σταματάει δίπλα μου μια αστραφτερή μαύρη Porsche. 
  Σφίχτηκα! ίδρωσαν τα χέρια μου στο τιμόνι και η τρίχα στο σβέρκο σηκώθηκε κάγκελο. Τώρα θα ξεράσει  φωτιά και θα με κατασπαράξει σκέφτηκα. Όμως τελικά όλα κύλησαν ομαλά. Μάρσαρε δυο φορές και όταν άναψε πράσινο ξεκίνησε νωχελικά και χάθηκε μέσα στην Μ. Μπότσαρη.
  Σήμερα το πρωί στον αυτοκινητόδρομο Θεσ/νίκης-Αθηνών,  κάποιοι ατρόμητοι ή μάλλον θρασύτατοι, σταματούσαν στα πάρκινγκ για να χρησιμοποιήσουν τις τουαλέτες. Ήθελα να έχω ένα τηλεβόα και να τους προειδοποιώ: αδέρφια το νου σας, οι δράκοι κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι!

   Την Καθαρά Δευτέρα πήγαμε παραλία. Να μην σας τα πολυλογώ, σαρακοστιανά, τσίπουρα, μετά κρασιά, περάσαν και κάτι πλανόδιοι βαρούσανε τα τέλια και τα ντέφια, να ξανά τα κρασιά , να και οι μπύρες μετά για τελείωμα. Στο τέλος οι βουτυράτοι την κοπανήσανε. Εμείς σκαλώσαμε στο μπαρ που βαρούσε, για μια τελευταία βότκα για το σβήσιμο. Εντάξει εγώ την ήπια με χυμό πορτοκάλι γιατί οδηγούσα και μη πέσουμε σε τίποτα ελέγχους και έχουμε τραβήγματα μέρα που ήταν. Στην επιστροφή όπως στα είπα. Είχανε μπλόκο τα "γουρούνια" και κάνανε αλκοτέστ. Ευτυχώς την πήδηξα γιατί είχανε άλλους σταματημένους και πέρασα "μπάι". Έπιασα κατευθείαν το κινητό, μπήκα στο hastang του μπαρ που ήμασταν και έγραψα για το μπλόκο και το αλκοτέστ και προέτρεψα του υπόλοιπους να πάνε από άλλον δρόμο.Φαντάζομαι έσωσα πολύ κόσμο από μπλεξίματα και προστίματα!

  Δεν μας κάθεται και κάνα λαχείο λέει ο άλλος! 
Φίλε, όποιος οδήγησε ή οδηγάει  ή μπήκε συνεπιβάτης 
στην ηλικία των 20 με 30 και είναι ακόμα ζωντανός και αρτιμελής, του έχει κάτσει ο πρώτος αριθμός του μεγαλύτερου λαχείου του κόσμου!

                                                                          KOYK









συνέχεια »